HTML Tables

Γλωσσική απορία (του Κώστα Θεολόγου)

1



Φαίνεται ότι δεν υπάρχει καθολική απόφανση ή οριστική επιλογή για την ελληνική απόδοση του coronavirus, λέξης ή όρου που μας ταλανίζει τους τελευταίους μήνες και ειδικότερα και «πιο σφιχτά» τις τελευταίες εβδομάδες: κορωνοϊός, κορονοϊός ή κορωναϊός.

Ο Μπαμπινιώτης ως ειδικός αποφαίνεται ότι το σωστότερο είναι να αποδώσουμε τον όρο ως κορων-ιός, επειδή το β΄ συνθετικό αρχίζει από φωνήεν (πβ. δουλ-έμπορος, θεατρ-άνθρωπος, δέκ-αθλο). Αποδίδουμε την corona (που σημαίνει στεφάνη, κορώνη) ως κορώνα και τη σύνθετη λέξη κορωνοϊό, αντί του ορθότερου παραγωγικά κορων-ιού, ώστε να αποφύγουμε το φαινόμενο της συνίζησης, η οποία μπορεί να προκαλεί σύγχυση λόγω συμπροφοράς της ληκτικής συλλαβής (λήγουσας) ως νιός.

Η σωστή παραγωγή της σύνθετης λέξης κορωνοϊός προέρχεται ετυμολογικά από τη ρίζα του α΄ συνθετικού κορων- και του β΄ συνθετικού ιός. Ωστόσο, όπως μόλις προείπαμε, για να αποφεύγεται η συμπροφορά κορωνιός, που μπορεί να παραπέμπει στον εκ Κορώνης καταγόμενο, βάζουμε κι ένα όμικρον σαν να άρχιζε η επόμενη λέξη (το β΄ συνθετικό) από σύμφωνο και όχι από φωνήεν, όπως στις λέξεις που έχουν για α΄ συνθετικό ένα πρωτόκλιτο ουσιαστικό (π.χ. γλώσσα, ψυχή, τράπεζα) και με το β΄ συνθετικό που αρχίζει από σύμφωνο παράγουν τις λέξεις γλωσσοπλάστης, ψυχολόγος, τραπεζοκόμος.

Εφόσον η απάντηση στο ζήτημα είναι δοθείσα, γιατί ορισμένα μέσα ενημέρωσης και επικοινωνίας, έντυπα ή ηλεκτρονικά, εξακολουθούν να επιμένουν στην επιλογή  κορωναϊός και δεν επιλέγουν να λένε το ορθόν κορωνοϊός -ή έστω την πιο εξεζητημένη επιλογή να λένε «κοροναβάιρους» και να γράφουν “coronavirus”;

Σε αυτό το ερώτημα μπορούν να απαντήσουν αρμοδίως οι γλωσσικοί διορθωτές στα έγκριτα και μεγάλης εμβέλειας ΜΜΕ,  ή άλλης ειδικότητας επιστήμονες, όχι του γλωσσολόγου, ασφαλώς, ούτε της δικής μου, η οποία, όταν βρίσκεται ενώπιον α-πορίας (δηλαδή όταν δεν βρίσκει πόρο, πέρασμα), διατυπώνει ερωτήματα. Μπορεί η εν λόγω απορία να επικριθεί ως σχολαστικισμός ή ως …κάψιμο στο πληκτρολόγιο, αλλά παραμένει ειλικρινής και ως πάθηση λόγω εγκλεισμού μπορεί να ονομαστεί μάλλον …απορίωση.

Κώστας Θεολόγου

[email protected]

HTML Tables
Προηγούμενο άρθροΚρήτη: Σημαντική ιατρική δωρεά από μεγάλες επιχειρήσεις παραδόθηκε στην 7η ΥΠΕ
Επόμενο άρθροΠανελλαδικές: Μειώνεται η εξεταστέα ύλη
Avatar
Ο Κώστας Θεολόγου είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας και Φιλοσοφίας του Πολιτισμού στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη (4.10.1960). Έχει διδακτικά καθήκοντα στο ΕΜΠ από το 2006. Παράλληλα διδάσκει (από το 2009) Ανθρωπογεωγραφία και Υλικό Πολιτισμό της Ευρώπης ως Σύμβουλος Καθηγητής στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο στη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών. Σε μεταπτυχιακό επίπεδο διδάσκει στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας των Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, και στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. Δίδαξε από το 2010 στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, σημειώσεις μαθημάτων για διδακτικές ανάγκες, εργασίες σε ξενόγλωσσα και ελληνικά περιοδικά ή/και συλλογικούς τόμους, μεταφράσεις και επιμέλειες βιβλίων, κριτικά άρθρα σε εφημερίδες, περιοδικά κ.α. Είναι απόφοιτος του Πειραματικού Σχολείου Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1978). Σπούδασε Νομικά και Πολιτική Επιστήμη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1983). Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris-I, Panthéon Sorbonne) στην Κοινωνική Ιστορία και Κοινωνική Θεωρία με τον Jean-Marie Vincent, εισηγητή της Σχολής της Φραγκφούρτης στη Γαλλία (1986). Το διδακτορικό δίπλωμά του από τον Τομέα Ανθρωπιστικών, Κοινωνικών Επιστημών και Δικαίου (ΑΚΕΔ) της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών (ΣΕΜΦΕ) του ΕΜΠ (2006) επικεντρώνεται στη διαμόρφωση συλλογικής ταυτότητας και στη Φιλοσοφία του Αστικού Πολιτισμού και της Τεχνολογίας. Η κύρια θεματική περιοχή της έρευνάς του είναι ο πολιτισμός και οι συνιστώσες του και οι περιοχές της περιλαμβάνουν ενδεικτικά την πολιτισμική σύμμειξη (acculturation), κομβική έννοια για την φάση διαμόρφωσης πολυπολιτισμικών σφαιρών σε όλο τον κόσμο, τη σχέση ιδιωτικού και δημόσιου χώρου και την ιδιότητα του πολίτη (Citizenship) στην ελληνική κοινωνία, τη σχέση Φιλοσοφίας, Κουλτούρας και Τέχνης, τον μηχανισμό διαμόρφωσης προτύπων κατανάλωσης κ.α.