ΑΡΘΡΑ

Ένα νέο σύστημα συντάξεων για τις νέες γενιές

Το καλό νέο είναι ότι η κυβέρνηση υιοθέτησε πλήρως τις προτάσεις της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του καλοκαιριού του 2015, όσον αφορά στην οργανωτική αναδόμηση του συστήματος συντάξεων της χώρας.

Όσον αφορά όμως στη δόμηση ενός νέου ασφαλιστικού μηχανισμού για την λειτουργία του συστήματος των συντάξεων στη χώρα, η κυβέρνηση επαναλαμβάνει το λάθος που έκαναν όλες οι κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης. Ενώ είχε την ευκαιρία της συστημικής μεταρρύθμισης του συστήματος, επιλέγει την λαϊκίστικη προσέγγιση των περιορισμένων παραμετρικών αλλαγών, «για να βγάλουμε πέρα και αυτή την χρονιά». Το πόρισμα της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του καλοκαιριού του 2015 έδινε στην κυβέρνηση την ευκαιρία όχι μόνο να υπερκεράσει τις απαιτήσεις της τρόικα, αλλά κυρίως να λύσει οριστικά ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα. Σε συνδυασμό με την πρόσφατη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, η επίλυση του ασφαλιστικού προβλήματος θα δημιουργούσαν την εικόνα μιας νέας αρχής για την Ελλάδα και την οικονομία της, με αύξηση των περιθωρίων διαπραγμάτευσης για την κυβέρνηση σε όλα τα επίπεδα (εξωτερικό χρέος, κοινωνική πολιτική, κλπ.).

Το ασφαλιστικό πρόβλημα αποτελεί τον ένα από τους τρεις κύριους παράγοντες της πτώχευσης της χώρας (οι άλλοι δύο παράγοντες ήσαν το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού και το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών, τα οποία ήσαν το 2009 τα μεγαλύτερα μεταξύ όλων των αναπτυγμένων χωρών). Τα αφανές χρέος του συστήματος συντάξεων στις αρχές του 2000 ξεπερνούσε τα 500 δισ. Ευρώ και είχε προκαλέσει τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις τόσο της Κομισιόν όσο και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Τα αίτια ήσαν πολλά και οφείλονται αποκλειστικά στον άκρατο λαϊκισμό των κυβερνήσεων της Μεταπολίτευσης σε αγαστή συνεργασία με τα εργατικά συνδικάτα. Οι κυριότεροι παράγοντες επιβάρυνσης του συστήματος ήσαν: (α) τα εξαιρετικά υψηλά ποσοστά αναπλήρωσης, τα οποία ήσαν τα πλέον γενναιόδωρα σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο, (β) η πολυδιάσπαση των ταμείων, με αποτέλεσμα την εκτεταμένη εισφοροδιαφυγή, και (γ) η πρόωρη συνταξιοδότηση πριν την κανονική ηλικία των 65 ετών.

Στις αρχές του 2000, η ασφαλιστική μεταρρύθμιση Γιαννίτση ήταν ενταγμένη στο ευρύτερο «πρόγραμμα εκσυγχρονισμού» της κυβέρνησης Σημίτη, το οποίο στόχευε στην προετοιμασία της χώρας για την είσοδό της στην Ευρωζώνη (ήταν, ουσιαστικά, το ελληνικό αντίστοιχο του Πακέτου Σρέντερ για την Γερμανία, το οποίο υλοποιήθηκε εγκαίρως και πλήρως, σε αντίθεση με την ελληνική περίπτωση). Δυστυχώς, η πρόταση για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση χρησιμοποιήθηκε από την τότε εσωκομματική αντιπολίτευση ως αφορμή για την έναρξη ενός εμφύλιου πολέμου που στόχευε στην ανάδειξη της επόμενης ηγεσίας, με τα γνωστά αποτελέσματα. Οι επόμενες προσπάθειες μεταρρυθμίσεων επέφεραν περιορισμένες παραμετρικές αλλαγές στο σύστημα συντάξεων, χωρίς να επιλύουν κανένα από τα ουσιαστικά προβλήματα.



Ίση Μεταχείριση των Πολιτών

Η εφαρμογή του κυρίαρχου μοντέλου του λαϊκισμού στην οργάνωση-διοίκηση-λειτουργία του συστήματος συντάξεων κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης, από τις διαδοχικές κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, και τώρα του ΣΥΡΙΖΑ, βασίζεται στην πολιτική συναλλαγή χωρίς κανένα σεβασμό στις βασικές αρχές σχεδιασμού ενός τέτοιου συστήματος σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα. Ο πυρήνας του σχεδιασμού ενός συστήματος συντάξεων βασίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των πολιτών τόσο εντός της κάθε γενιάς όσο και μεταξύ των διαδοχικών γενεών, για το τμήμα της τελικής σύνταξης που εγγυάται το κράτος. Αυτό συνεπάγεται την θέσπιση ενός κρατικού συστήματος που θα έχει τις ίδιες ρυθμίσεις για τις ασφαλιστικές εισφορές και παροχές για όλους τους πολίτες (όπως το σύστημα που προτείνουμε παρακάτω). Αντί για αυτό, το ελληνικό σύστημα συντάξεων αναπτύχθηκε σε εκατοντάδες ταμεία, ανάλογα με την πολιτική δύναμη της κάθε ομάδας και με διαφορετικές ρυθμίσεις για την κάθε ομάδα.

Επάρκεια Παροχών

Η δεύτερη προδιαγραφή των συστημάτων συντάξεων αναφέρεται στην επάρκεια των τελικών παροχών. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, όλες οι χώρες έχουν αναπτύξει συστήματα τριών πυλώνων που αποτελούν συνδυασμούς διανεμητικών (PAYGO) και κεφαλαιοποιητικών (Fully funded) προγραμμάτων. Ο συνδυασμός αυτός επιτρέπει την ελαχιστοποίηση του μακροχρόνιου κόστους του συστήματος συντάξεων, για κάθε δεδομένο ποσοστό αναπλήρωσης. Το επιδιωκόμενο ποσοστό αναπλήρωσης από όλους τους πυλώνες δεν χρειάζεται να υπερβαίνει το 75%. Η Ελλάδα αποτελούσε μοναδική εξαίρεση, μεταξύ όλων των αναπτυγμένων χωρών, με προβλεπόμενα ποσοστά αναπλήρωσης που ξεπερνούσαν το 100%. Επιπλέον, στην Ελλάδα το σύνολο των συνταξιοδοτικών παροχών αποτελεί ευθύνη του κρατικού προϋπολογισμού, χωρίς επιμερισμό κάποιου μέρους του βάρους αυτού στους άλλους πυλώνες. Αυτό συμβαίνει διότι η ελληνική πολιτεία επιβάλλει στους εργαζόμενους υψηλές ασφαλιστικές εισφορές που ανέρχονται στο 26% για την χρηματοδότηση του διανεμητικού συστήματος συντάξεων, χωρίς την δημιουργία επαρκών αποθεματικών (κεφαλαιοποίηση). Ακόμα και οι επικουρικές συντάξεις χρηματοδοτούνται με το διανεμητικό σύστημα (απορροφούν το 6% από το συνολικό ποσοστό του 26%), κατά παγκόσμια αποκλειστικότητα. Επομένως, είναι αδύνατον για το μέσο νοικοκυριό να διαθέσει επιπλέον ποσά για πρόσθετη αποταμίευση.

Ως γνωστόν, η κεφαλαιοποίηση ενός τμήματος του συνολικού συστήματος συντάξεων δεν έχει αριστερό πρόσημο για το «προοδευτικό» πολιτικό προσωπικό της Μεταπολίτευσης καθώς και για τους συμβούλους τους, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε όλες τις αναπτυγμένες οικονομίες. Οι κύριοι εκπρόσωποι της ιδεοληψίας αυτής έκαναν καριέρα στις τηλεοράσεις τα τελευταία τριάντα χρόνια πρεσβεύοντας την συνεχή αύξηση των εισφορών (έχουν μάλιστα καταρτίσει καταλόγους με δεκάδες νέες επιβαρύνσεις των πολιτών και των συναλλαγών), ούτως ώστε να βρεθούν νέοι πόροι για την χρηματοδότηση των «κατοχυρωμένων δικαιωμάτων». Τα περίφημα κατοχυρωμένα δικαιώματα αφορούν, μεταξύ άλλων, κυρίως στις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις.

Πρόωρη Συνταξιοδότηση

Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις χώρες του κόσμου το πολιτικά κόμματα εκμεταλλεύονται τα συστήματα συντάξεων για ψηφοθηρία, αλλά δεν υπάρχει προηγούμενο με τις ακρότητες του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι στην περίοδο της Μεταπολίτευσης εκατομμύρια ψήφοι αντλήθηκαν από τις εκδουλεύσεις που προσέφερε το πολιτικό προσωπικό της χώρας στους πολίτες με τις πρόωρες συντάξεις, τις αναπηρικές συντάξεις, κλπ. Σήμερα, το 25% των συνταξιούχων έχουν ηλικία μικρότερη των 65 ετών και απορροφούν το 30% των συνολικών παροχών (περίπου 8 δισ. Ευρώ ετησίως), ενώ η μέση σύνταξη (περίπου 1.100 ευρώ) για αυτούς είναι υψηλότερη σε σχέση με τους κανονικούς συνταξιούχους άνω των 65 ετών (μέση σύνταξη 850 ευρώ)!

Κόστος του Συστήματος Συντάξεων

Οι συνολικές δαπάνες του συστήματος συντάξεων της χώρας προσεγγίζουν πλέον το 17% του ΑΕΠ (ένα ακόμα παγκόσμιο ρεκόρ), ενώ το 2009 ήταν στο 13,5%. Τα δύο αυτά ποσοστά ήσαν τα χειρότερα στην ΕΕ, τόσο για το 2009 όσο και για το 2015. Η κρατική χρηματοδότηση των συντάξεων στην ΕΕ κινείται γύρω από μια μέση τιμή 2,5% του ΑΕΠ, ενώ στην Ελλάδα έχει αυξηθεί από το 4,8% του ΑΕΠ το 2000 σε περίπου 9% το 2015 (στο ποσοστό αυτό περιλαμβάνονται και οι ετήσιες ασφαλιστικές εισφορές των δημοσίων υπαλλήλων που ανέρχονται στα 700 εκατ. Ευρώ ετησίως). Επομένως, η υπερβολική επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού δεν είναι πρόσφατη εξέλιξη, αλλά αποτελεί μακροχρόνια παθογένεια του συστήματος. Για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, το πρόβλημα είχε εμφανιστεί από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Στις αρχές του 1990, μια ομάδα ειδικών (Έκθεση Σπράου, Τήνιος, Νεκτάριος) έγραφαν ότι επείγει η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος και ότι έπρεπε να ξεκινήσει άμεσα η κεφαλαιοποίηση ενός μέρους του δημόσιου συστήματος συντάξεων. Η (μόνη) συστημική μεταρρύθμιση του 1992 έθεσε τις βάσεις για την αποκατάσταση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του συστήματος. Θέσπισε την τριμερή χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα οι συνολικές ασφαλιστικές εισφορές να ανέρχονται στο 36% (20% εργοδότες και εργαζόμενοι, 10% κρατική εισφορά, και 6% επικουρική ασφάλιση).

Δυστυχώς, στις επόμενες δεκαετίες δεν έγινε καμία σοβαρή προσπάθεια για την υλοποίηση της κεφαλαιοποίησης των επικουρικών συντάξεων, ενώ ακόμα και οι συνολικές εισφορές του 36% δεν αρκούσαν για να καλύψουν τις συνεχείς αυξήσεις δαπανών, λόγω των ακατάπαυστων πολιτικών παρεμβάσεων με τις πρόωρες συντάξεις και τις χαριστικές ρυθμίσεις. Η κρατική συμμετοχή στη χρηματοδότηση των συντάξεων έφθασε σε ακραίες καταστάσεις το 2009 με την κρατική συμμετοχή να προσεγγίζει τα 19 δισ. Ευρώ (το 2003 ήταν 9 δισ. Ευρώ), και διατηρήθηκε σε πολύ υψηλά επίπεδα σε όλα τα χρόνια των Μνημονίων. Το 2015, η κρατική συμμετοχή ανήλθε στα 17.8 δισ. Ευρώ και αποτελούσε το 58% των συνολικών δαπανών για συντάξεις.

Η σημερινή κυβέρνηση συνεχίζει την παράδοση της Μεταπολίτευσης. Αυξάνει τις ασφαλιστικές εισφορές για να μην αναγκαστεί να μειώσει τις συντάξεις. Θα ανακαλύψει σύντομα την αναποτελεσματικότητα του μέτρου αυτού και θα αναγκαστεί να μειώσει τις συντάξεις για δέκατη τρίτη φορά στην περίοδο των Μνημονίων. Το ίδιο θα συμβεί και την επόμενη και την μεθεπόμενη χρονιά και για όσα χρόνια συνεχίζεται η ύφεση της οικονομίας.

Τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων στην περίοδο 2010-2015

Οι κυβερνήσεις στην περίοδο των Μνημονίων προσπάθησαν να επιλύσουν τα παραπάνω προβλήματα με παραμετρικές παρεμβάσεις στο σύστημα των συντάξεων που στόχευαν: (α) στην αναδιανομή εισοδήματος από τους υψηλοσυνταξιούχους στους χαμηλοσυνταξιούχους, (β) στην αναπλήρωση των συνεχώς μειούμενων εισφορών από κρατικούς πόρους, (γ) στην διατήρηση των ασφαλιστικών εισφορών στο 26%, και (δ) στην αναβολή της ισχύος των ρυθμίσεων, με μετακίνηση των μεγαλύτερων επιβαρύνσεων στις μελλοντικές γενιές. Η παραμετρική μεταρρύθμιση του Ν. 3863/2010 θα επηρέαζε κυρίως όσους συνταξιοδοτούνταν μετά το 2020.

Η σημερινή κυβέρνηση όχι μόνο υιοθέτησε πλήρως την ίδια πολιτική, αλλά αποφάσισε να αυξήσει περαιτέρω τις ασφαλιστικές εισφορές. Η προτεινόμενη από την σημερινή κυβέρνηση νέα παραμετρική μεταρρύθμιση βασίζεται στην ταχύτερη εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 3863/2010, οι οποίες θα επηρέαζαν κυρίως όσους συνταξιοδοτούνταν μετά το 2020. Ταυτοχρόνως, και «για να περάσουμε την δύσκολη περίοδο», προβλέπονται μεταβατικές διατάξεις για «προσωπικές διαφορές στις παροχές» που σκοπεύουν στη μετάθεση των μειώσεων για το 2018.

Το πιο αρνητικό στοιχείο των προτεινόμενων ρυθμίσεων είναι ότι το υφιστάμενο σύστημα συντάξεων επιβαρύνει τους εργαζόμενους με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές, ενώ τους προσφέρει πολύ χαμηλές παροχές. Συγκεκριμένα, για τον μέσο εργαζόμενο που καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές 26%, το αναμενόμενο ποσοστό αναπλήρωσης μετά 35 χρόνια εργασίας δεν θα ξεπεράσει το 55%. Το ίδιο ποσοστό αναπλήρωσης θα μπορούσε να επιτύχει ο ίδιος εργαζόμενος εάν εισέφερε 10% για το διανεμητικό σύστημα συντάξεων και, παράλληλα, εισέφερε 6% σε ένα πλήρως κεφαλαιοποιημένο σύστημα συντάξεων. Σε αυτή την βασική αρχή βασίζεται η πρόταση για την δημιουργία ενός νέου συστήματος συντάξεων για τις εργαζόμενες γενιές με συνολικές ασφαλιστικές εισφορές 16%, γεγονός που θα συμβάλλει και στην ενίσχυση της απασχόλησης του τεράστιου αριθμού των ανέργων.

Οι παραμετρικές μεταρρυθμίσεις αντικατοπτρίζουν την αδιέξοδη και μυωπική πολιτική που έχει ένα μόνο στόχο: να δημιουργήσει την προσδοκία στους πολίτες ότι στο επόμενο διάστημα δεν θα μειωθούν οι συντάξεις. Η επικέντρωση του πολιτικού συστήματος στους ανεδαφικούς βραχυχρόνιους στόχους, δεν επέτρεψε στην ελληνική κοινωνία να συνειδητοποιήσει τα τεράστια προβλήματα που απειλούν το κοινωνικό κράτος στις επόμενες δεκαετίες.

Ο σχεδιασμός των μεταρρυθμίσεων πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα παρακάτω δεδομένα:

1. Πρώτον, δεν είναι δυνατή η διατήρηση των παροχών σε μια οικονομία που βρίσκεται σε συνεχή και μεγάλη ύφεση. Όσο συνεχίζεται η ύφεση της οικονομίας, οι περαιτέρω μειώσεις των συντάξεων θα γίνονται νομοτελειακά.

2. Δεύτερον, και χειρότερο, υπονομεύεται καίρια στην συνείδηση των νέων γενεών η αξιοπιστία του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης και η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ένα εργατικό δυναμικό, με τουλάχιστον 10 χρόνια ανεργίας στο παθητικό του και αμειβόμενο με μισθούς στο επίπεδο της φτώχειας, καλείται να πληρώνει τους υψηλότερους φόρους και εισφορές στην Ευρώπη, ενώ υπάρχει πλήρης αβεβαιότητα για τις παροχές που οι ίδιοι θα λάβουν στο μέλλον. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των διαδοχικών γενεών εγγίζει πλέον το σημείο της πλήρους διάρρηξης.

3. Τρίτον, οι πρόσφατες ρυθμίσεις του τρίτου Μνημονίου έχουν δημιουργήσει μια μαύρη τρύπα στη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος κατά την περίοδο 2015-2020, η οποία ανέρχεται στα 3,7 δισ. Ευρώ ετησίως (περικοπή 1,8 δισ. Ευρώ στις συντάξεις και μείωση των κοινωνικών πόρων κατά 1,8 δισ. Ευρώ).

4. Τέταρτον, στην περίοδο του 2020-2030 θα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η συνταξιοδότηση των γενεών του Baby Booming, με δραματική περαιτέρω αύξηση των δαπανών. Αυτή η εξέλιξη θα είναι θανατηφόρα για τα δημόσια οικονομικά, ιδιαίτερα εάν συνεχίζεται η ύφεση της οικονομίας και η μεγάλη ανεργία. Αυτή την αναμενόμενη εξέλιξη είχαμε κάποιοι εξ ημών επισημάνει από τις αρχές του 1990, αλλά ως γνωστόν οι κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης είχαν αλλεργία στο μακροχρόνιο προγραμματισμό.

5. Πέμπτον, στην περίοδο της συνταξιοδότησης των Baby Boomers (20020-2030) και μετά από αυτήν, τα δημόσια οικονομικά θα πιεσθούν σημαντικά λόγω των αυξημένων δαπανών που θα απαιτήσουν οι αυξημένες ανάγκες του γηράσκοντος πληθυσμού για υπηρεσίες υγείας.

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button
Close
Close