STORIES

Γκράφιτι: Η ιστορία της τέχνης του δρόμου



Η λέξη Graffiti, εμφανίστηκε ως όρος στα μέσα του 19ου αιώνα και προέρχεται από την ιταλική λέξη graffiato, όπου σημαίνει γρατζουνισμένος. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από αρχαιολόγους, παρατηρώντας τις πρώτες σπηλαιογραφίες αλλά και τις μετέπειτα τοιχογραφίες της κλασικής αρχαιότητας.



Έχει χρησιμοποιηθεί ως μία μορφή έκφρασης τόσο κοινωνικών, πολιτικών όσο και επαναστατικών απόψεων.

Την πρώτη του εμφάνιση την έκανε στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο με αντιφασιστικά συνθήματα, αργότερα την δεκαετία του ’60 με την «επανάσταση» των μαθητών στην Αμερική με σύνθημα «The wall will have their say», όπου οι τοίχοι γέμισαν με ποιήματα και πολιτικά μηνύματα, το τείχος του Βερολίνου το 1989 με αποκορύφωμα τις τελευταίες ημέρες πριν την πτώση του που είχε καλυφθεί όλο με συνθήματα βερολινέζων διαδηλωτών, έως και την ιστορική διαδήλωση στη Γένοβα το 2001 και τον σημερινό κόσμο απειλούμενο από τα «πυρά» φασιστών.



Το grafitti είναι η τέχνη του δρόμου

Κάποιοι θεωρούν πως τα grafitti είναι μία αντίδραση στο κατεστημένο, στην ησυχία των κατοίκων της πόλης, στη μουντάδα των τοίχων. Ως αυθόρμητη εικαστική έκφραση εντάσσεται αυτόματα στο φαινόμενο της σύγχρονης λαϊκής κουλτούρας των μεγάλων πληθυσμιακών αστικών κέντρων.

Η αρχή αυτού του «κινήματος» παίρνει μέρος στη Νέα Υόρκη την δεκαετία του ‘60, όπου το γκράφιτι χρησιμοποιήθηκε είτε από πολιτικούς ακτιβιστές με σκοπό να δημοσιοποιήσουν τις δηλώσεις τους, είτε από συμμορίες του δρόμου με σκοπό να διαχωρίσουν τις περιοχές που είχαν υπό τον έλεγχό τους.

Ως υπόγειο κίνημα άνθισε στη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών και στην Πενσυλβάνια.

Δέκα περίπου χρόνια αργότερα, το 1971, οι New York Times κάνουν λόγο για τους καινούργιους καλλιτέχνες του δρόμου στην περιοχή Washington Heights του Manhattan, φωτογραφίζοντας έναν από τους ανήλικους εκπροσώπους του κινήματος, ονόματι TAKI183 και τα έργα του.

Ακολούθησαν πιτσιρικάδες που έγραφαν το όνομά τους ή το ψευδώνυμο τους σε τοίχους, ταχυδρομικά κουτιά, καρτοτηλέφωνα, υπόγειες διαβάσεις και στο τέλος στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο/μετρό.

Πρώτα την κίνηση του βαψίματος την έλεγαν «hitting» και μετά «tagging». Από τότε μεταφέρθηκε σε κάθε γωνιά του πλανήτη και έγινε ένας τρόπος έκφρασης του καλλιτέχνη.

Το tagging (υπογραφή) συνδέεται με τη Hip Hop κουλτούρα και υπό την έντονη επιρροή της, «απογειώνουν» το graffiti, καθώς αποτυπώνει ακόμη πιο βαθιά την πραγματική ζωή και την ουτοπία της. Οι μαρκαδόροι, τότε, αντικαθιστώνται από τα αποδοτικότερα spray, παίζοντας με όγκους και χρώματα και δημιουργώντας την ψευδαίσθηση του βάθους.

Το graffiti εμφανίστηκε στην Ελλάδα γύρω στο 1986 αρχικά με πολύχρωμα σχέδια και μηνύματα πάνω στα βαγόνια του ηλεκτρικού και των τρένων. Η ελληνική κοινωνία τότε αντιμετώπισε το θέμα κάπως επιφυλακτικά χωρίς να δώσει ιδιαίτερη έκταση.

Στην Ελλάδα το γκράφιτι, σε αντίθεση με τα αστικά γκέτο των ΗΠΑ, δεν αποτελεί έκφραση του περιθωρίου. Μάλιστα, επειδή τα spray είναι αρκετά ακριβά, θεωρείται ακριβό χόμπι και πολλοί από τους νεαρούς γκραφιτάδες ανήκουν πλέον στη αστική και μεγαλοαστική τάξη.

Διχογνωμία όμως παρουσιάζεται και όσον αφορά την αποδοχή της εν λόγω τέχνης από την κοινή γνώμη. Εδώ ερχόμαστε στις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στο graffiti και την street art.

Η τεχνική είναι ακριβώς η ίδια αλλά η παραβατικότητα και ο εγκλεισμός του σ’ έναν εκθεσιακό χώρο είναι που του αλλάζουν το όνομα.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το street art σαν είδος είναι αντεπαναστατικό σε σχέση με το graffiti, όχι ότι δεν μπορεί να γίνει αλλά έχει ήδη σαθρά θεμέλια. Είναι ένας όρος ο οποίος απορροφά την παραβατικότητα, οι εκπρόσωποι του κάνουν πιο συμπαγή κομμάτια, έχουν «κάτι» που τα κάνει πιο αρεστά στο ανθρώπινο μάτι.

Σε αντίθεση με το graffiti που θα λέγαμε ότι είναι κάτι πιο προσωπικό, έχει να κάνει με την πράξη κι όχι μόνο με το αποτέλεσμα και το πόσο αρεστό είναι στο μάτι του άλλου.

Ο καθένας το αντιλαμβάνεται διαφορετικά βέβαια…

Σχετικά άρθρα

Back to top button
Close
Close