Υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ : Οι πρωταγωνιστές, οι ποινές και η σφοδρή σύγκρουση

33

Στις 18 Μαΐου 1965 η προσκείμενη στην ΕΡΕ εφημερίδα της Λάρισας «Ημερήσιος Κήρυξ» αποκάλυψε την ύπαρξη μιας μυστικής οργάνωσης αριστερών αποκλίσεων μέσα στο στράτευμα, με το όνομα ΑΣΠΙΔΑ (από τα αρχικά των λέξεων Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατία, Αξιοκρατία), στην οποία συμμετείχαν αξιωματικοί της δημοκρατικής παράταξης, που σκόπευαν να ανατρέψουν το καθεστώς, να καταργήσουν το πολίτευμα της βασιλευομένης δημοκρατίας και να επιβάλουν δικτατορία.

Το δημοσίευμα αναπαρήχθη από αντιπολιτευόμενες εφημερίδες της Αθήνας και προκάλεσε τη σφοδρή επίθεση της ΕΡΕ κατά της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου.

Δείτε επίσης: «Κραυγή αγωνίας» από τον κόσμο της μόδας λόγω κοροναϊού
Ηγέτης αυτής της συνωμοτικής οργάνωσης, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ήταν ο γιος του πρωθυπουργού (τότε υπουργός Συντονισμού) Ανδρέας Παπανδρέου, με την ανοχή του πατέρα του.

Την υπόθεση είχε φέρει στο φως ο αρχηγός των κυπριακών Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Γεώργιος Γρίβας, ο οποίος είχε ενημερώσει σχετικά το βασιλιά Κωνσταντίνο και τον υπουργό Εθνικής Άμυνας, Πέτρο Γαρουφαλιά, όχι όμως και τον πρωθυπουργό, Γεώργιο Παπανδρέου.

Ως επικεφαλής του ΑΣΠΙΔΑ φερόταν ο λοχαγός Αριστόδημος Μπουλούκος, που εκείνη την περίοδο υπηρετούσε στην Κύπρο.

Η υπόθεση παραπέμφθηκε από την κυβέρνηση στη στρατιωτική δικαιοσύνη, καθιστώντας σαφές ότι η κατασκευή της συνωμοσίας ΑΣΠΙΔΑ στόχευε στην κατασυκοφάντηση της Ένωσης Κέντρου και τη συγκάλυψη της δράσης της παραστρατιωτικής δεξιάς οργάνωσης ΙΔΕΑ, από την οποία προέρχονταν πολλά επίλεκτα μέλη τού μετέπειτα δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου.

Οι σχετικές ανακρίσεις έγιναν από τον υποστράτηγο της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Ιωάννη Σίμο.

Στο πόρισμά του, που εκδόθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα (1η Ιουνίου), επιβεβαίωσε την ύπαρξη του ΑΣΠΙΔΑ, που είχε ιδρυθεί από ομάδα αξιωματικών για την εξυπηρέτηση ατομικών συμφερόντων τους, και επισήμανε ότι η κίνηση αυτή δεν είχε πολιτικές επιδιώξεις ή σύνδεσμο με κάποιο πολιτικό πρόσωπο.

Ο ανώτατος στρατιωτικός δικαστής πρότεινε να παραπεμφθούν στο ανακριτικό συμβούλιο με το ερώτημα της απόταξης οι λοχαγοί Πεζικού Αριστόδημος Μπουλούκος, Ιωάννης Πανούτσος, Δημήτριος Παπαγιαννόπουλος και Ιωάννης Θεοδοσίου, ως πρωτεργάτες της οργάνωσης, ενώ για έξι ακόμη λοχαγούς και υπολοχαγούς πρότεινε τον αυστηρό πειθαρχικό τους έλεγχο.

Ζήτησε, ακόμη, να επιβληθεί πειθαρχική ποινή στο συνταγματάρχη Αλέξανδρο Παπατέρπο, πρώην διοικητή της ΚΥΠ, για αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του.

Ο πρωθυπουργός, Γεώργιος Παπανδρέου, χαρακτήρισε την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ σκευωρία που είχε στόχο την πτώση της κυβέρνησής του και την ανακοπή της δημοκρατικής πορεία του τόπου.

Από την πλευρά του, ο Ανδρέας Παπανδρέου διακήρυξε την αθωότητά του, όπως και την αθωότητα των εμπλεκομένων αξιωματικών, που κλήθηκαν να «πληρώσουν» τη μη υποταγή τους στο «δεξιό παρακράτος».

Πάντως, στο βιβλίο του «Η Δημοκρατία στο Απόσπασμα», που γράφτηκε στα χρόνια της χούντας, ο Ανδρέας Παπανδρέου παραδέχεται την ύπαρξη του ΑΣΠΙΔΑ, τη γνωριμία του με κάποιους από τους πρωτεργάτες του και αποδίδει τη δημιουργία του «σ’ ένα μικρό αριθμό αξιωματικών, που αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στη χούντα του ΙΔΕΑ […] και βαθιά απογοητευμένοι από τους συμβιβασμούς που έκανε η κυβέρνησή μας […] ίδρυσαν ένα επαγγελματικό σύνδεσμο, με βασικό σκοπό να προστατεύσουν τις καριέρες τους».

Η υπόθεση, αντί να λήξει με την επιβολή των πειθαρχικών ποινών, οδηγήθηκε στη διενέργεια κύριας ανάκρισης, διευρύνοντας τον κύκλο των κατηγορουμένων.

Η εξέλιξη αυτή ήταν ολοφάνερο πως μεθοδεύτηκε από κύκλους που συνδέονταν με τα Ανάκτορα και βρήκε πολιτική κάλυψη από ένα κομμάτι του Κέντρου, με βασικό εκφραστή τον Πέτρο Γαρουφαλιά.

Κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων της «Αποστασίας» εκδόθηκε το παραπεμπτικό βούλευμα (29 Σεπτεμβρίου 1966) που ενοχοποιούσε φιλοπαπανδρεϊκούς αξιωματικούς με την κατηγορία ότι σκόπευαν να εγκαθιδρύσουν «δικτατορία νασερικού τύπου».

Το βούλευμα αποτελούνταν από 475 σελίδες και παρέπεμπε 28 αξιωματικούς (26 του Στρατού Ξηράς, έναν της Πολεμικής Αεροπορίας και έναν της Χωροφυλακής) να δικαστούν στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών με τις κατηγορίες της «ένωσης προς στάση» και «συνωμοσίας προς εκτέλεση πράξεων εσχάτης προδοσίας».

Στις 14 Νοεμβρίου 1966 ξεκίνησε η δίκη στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών, που συνεδρίαζε στο Μέγαρο του Αρσακείου, με πρόεδρο τον αρεοπαγίτη Θεόδωρο Καμπέρη, στον οποίον είχε απονεμηθεί ο βαθμός του υποστρατήγου για την περίσταση, και βασιλικό επίτροπο (εισαγγελέα) το συνταγματάρχη Ηλία Παπαπούλο.

Τους κατηγορουμένους υπερασπίστηκαν γνωστοί δικηγόροι, όπως οι Νικηφόρος Μανδηλαράς, Σταύρος Κανελλόπουλος, Νικόλαος Αλαβάνος, Αριστείδης Οικονομίδης, Αγαμέμνων Κουτσόγιωργας, Εμμανουήλ Στεφανάκης, Αλέξανδρος Σακελλαρόπουλος, Ευάγγελος Γιαννόπουλος, Τάλμποτ Κεφαλληνός και Ιωάννης Σεργάκης.

Η ακροαματική διαδικασία ήταν θορυβώδης και επεισοδιακή, διήρκεσε δε έως τις 16 Μαρτίου 1967, όταν εκδόθηκε η απόφαση.

Σε 15 από τους κατηγορουμένους επιβλήθηκαν από ποινές φυλάκισης 2 ετών έως ποινές κάθειρξης 18 ετών, ενώ 13 αθωώθηκαν, χωρίς να αποδειχθεί ανάμιξη του Ανδρέα Παπανδρέου στην υπόθεση.

Σε 18 χρόνια κάθειρξη και πενταετή στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων καταδικάστηκαν ο συνταγματάρχης Αλέξανδρος Παπατέρπος, ο αντισυνταγματάρχης Αριστείδης Δαμβουνέλης, οι λοχαγοί Αριστόδημος Μπουλούκος, Παναγιώτης Παπαγεωργόπουλος και Θεοφάνης Τόμπρας.

Σε κάθειρξη 13 χρόνων και πενταετή στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων οι λοχαγοί Δημήτριος Παπαγιαννόπουλος και Ιωάννης Πανούτσος, σε κάθειρξη 8 ετών και πενταετή στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων ο αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Παραλίκας και οι λοχαγοί Α. Βλάχος και Κ. Κεπενός.

Τέλος, πέντε ακόμη κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 25 Φεβρουαρίου 1967, εισαγγελέας και ανακριτής (Σωκράτης Σωκρατείδης), που ερευνούσαν το πολιτικό σκέλος της υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ, ζήτησαν από τη Βουλή την άρση της βουλευτικής ασυλίας του Ανδρέα Παπανδρέου και του Παύλου Βαρδινογιάννη, με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνωμοσία προς εκτέλεση πράξεων εσχάτης προδοσίας.

Η αυλαία της υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ έπεσε στις 23 Δεκεμβρίου 1967, με την παροχή αμνηστίας από το δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, δέκα ημέρες μετά το αποτυχόν κίνημα του βασιλιά Κωνσταντίνου.