STORIES

Το ιστορικό «πάρτυ του Λουκιανού στη Βουλιαγμένη» – Ημουν και εγώ εκεί… (video)



Δευτέρα 25 Ιουλίου, έλεγε το ραδιόφωνο και ναι ήταν εκείνη η μεγάλη μέρα. Η μέρα (η νύχτα για την ακρίβεια) που έγινε εκείνο το μεγάλο Πάρτυ. Η συναυλία του Λουκιανού Κηλαηδόνη στην πλαζ της Βουλιαγμένης ντε. Που μάζεψε 100.000 κόσμο, που έμεινε στην ιστορία ως το ελληνικό Γούντστοκ, που έβγαλε τη μουσική από τα γήπεδα στις παραλίες (και γενικότερα σε εξωτερικούς χώρους). Που μπορεί να μην είχε τον Μπόρχες, τον Καντίνσκι και τον Σινάτρα (όπως λέει στο τραγούδι του ο Λουκιανός), αλλά είχε τον Γερμανό, τη Ζορμπαλά, τον Σαββόπουλο και τον Νταλάρα. Είχε και πολλές μπίρες, πυροτεχνήματα, χαρά και ξενοιασιά. Και βουτιές φυσικά.



«Η ιδέα για το Πάρτυ της Βουλιαγμένης ανήκει σε ένα χώρο καθαρά ποιητικό, δηλαδή ούτε εγώ ξέρω καλά – καλά πώς συνέλαβα αυτή την ιδέα», λέει ο Λουκιανός και κάπως έτσι αρχίζει η μαγεία. Η αλήθεια είναι ότι από τη στιγμή που τη συνέλαβε όμως και μετά, όλα ήταν προμελετημένα. «Από τον Γενάρη που έκλεισα την πλαζ κοντά σε κάθε πανσέληνο έμπαινα από τα κάγκελα, καθόμουν, έβλεπα και σκεφτόμουν τι θέλω να κάνω». Γιατί τη Βουλιαγμένη; Γιατί την πλαζ; Νομίζετε πως όλα είναι τυχαία; Όχι.



Ο Λουκιανός έχει την απάντηση. «Γιατί είναι ένα μέρος που περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια, ήταν η πιο μακρινή παραλία που μπορούσαμε να πάμε τότε, συνήθως πηγαίναμε Άλιμο, Έδεμ, Ζέφυρο, η Βουλιαγμένη ήταν το τέρμα. Η πλαζ έχει και μία ομοιότητα με το κοίλο του ρωμαϊκού θεάτρου». Ακόμη και αρχιτεκτονικά σχεδιασμένο το είχε στο κεφάλι του. «Ο κόσμος θα ήταν σε ένα ημικύκλιο. Λογικά η ορχήστρα, το κέντρο δηλαδή του κύκλου, θα ήταν μέσα στη θάλασσα». Και έτσι ήρθε η ιδέα για την πλωτή εξέδρα, πήγε στο Κερατσίνι και την βρήκε. Στερεώθηκε και με τέσσερις άγκυρες και όσοι έπρεπε να ανέβουν πηγαινοέρχονταν με κρις κραφτ.

Κίνησε γη και ουρανό. Πήγε στη Μελίνα, υπουργό Πολιτισμού τότε, και της είπε «θέλω μια πλαζ του ΕΟΤ για εκείνη τη μέρα, που θα έχει και φεγγάρι», της ζήτησε να έχει και πυγολαμπίδες (ναι πυγολαμπίδες) και το τότε υπουργείο Γεωργίας, που τον συμβούλεψε να απευθυνθεί, του είπε πως τον Ιούλιο δεν θα είναι η εποχή τους! «Ήθελα να θάψω και ουίσκι κάτω από την άμμο. Θα γινόταν μία κόλαση», να το έψαχναν, να έπαιζαν, να γίνονταν όλοι ένα, να χαλάρωναν και να περνούσαν όμορφα. Να γίνονταν παιδιά. Ήθελε να οργανώσει όχι μια συναυλία, αλλά ένα πάρτυ, λέξη που την εποχή εκείνη (της ντίσκο και των ντεσιμπέλ) ήταν ξεπερασμένη. Που παρέπεμπε στη δεκαετία του 50. «Μετά το είπαν beach party και έμαθα ότι στην Αμερική είχαν τέτοια, εγώ δεν ήξερα τι ήταν τα beach party, εγώ ήθελα να κάνω απλώς ένα πάρτυ», λέει ο Λουκιανός. «Ήθελα την ώρα που θα μπαίνει ο κόσμος να ακούγεται μουσική καουμπόικη, αυτά που παίζανε στα saloon, όπως και έγινε. Βρήκα την Έλλη τη Σεμιτέκολο, μία καταπληκτική πιανίστρια, και πριν τη δύση του ήλιου έπαιξε ένα μεγάλο κομμάτι από Scott Joplin, αυτά τα ragtime που λέμε. Ήθελα και μια μεγάλη μπάντα με πνευστά να παίξει κομμάτια του Glen Miller, το Moonlight Serenade για παράδειγμα, και τελικά τα κατάφερα, είχα μία ορχήστρα γύρω στα 16-17 άτομα».

Τα ονόματα των καλλιτεχνών που θα συμμετείχαν δεν είχαν ανακοινωθεί. Το κοινό θα πήγαιναν για το χαβαλέ. Για το απρόσμενο. Για να βγουν για λίγο εκτός των τειχών και να ζήσουν αυτό το τόσο σούπερ που θα γινόταν. Το έμαθαν από την λιτή αφίσα (που είχε κατακλύσει την Αθήνα) και από το ραδιόφωνο. Και πήγαν όλοι (μα όλοι), κάποιοι με μαγιό και κάποιοι όχι (αποφασισμένοι να βουτήξουν με τα ρούχα). «Εγώ φανταζόμουν μια βραδιά με 3.000 ή 5.000 κόσμο. Δεν φανταζόμουν ποτέ τις 80.000 ή 100.000 κόσμο που μαζεύτηκε τελικά. Ήταν η μεγαλύτερη εκδήλωση που είχε γίνει μέχρι τότε, ακολούθησαν τα ολυμπιακά στάδια που έκαναν ο Σαββόπουλος και ο Νταλάρας», λέει ο Λουκιανός. Ήταν και οι δύο στο Πάρτυ και η Μαργαρίτα η Ζορμπαλά και ο Βαγγέλης ο Γερμανός. Και το έκαναν αφιλοκερδώς. Και ο Λουκιανός τραγούδησε για πρώτη φορά και όρθιος (και όχι μόνο στο πιάνο, όπως έκανε μέχρι τότε). Η βραδιά μεταδιδόταν κατευθείαν από το ραδιόφωνο, 5 ώρες, από τις 9 μέχρι τις 2. Dj και συντονιστής ήταν ο Γιάννης Πετρίδης, έπαιζε μουσική από 50s, 60s και 70s στα κενά ανάμεσα στους καλλιτέχνες. O Ηρακλής Παπαδάκης και ο Διαγόρας Χρονόπουλος ανέλαβαν την κινηματογράφηση.

Πήγαν άνθρωποι κάθε ηλικίας, άλλοι άκουγαν, άλλοι κολυμπούσαν με το κορίτσι τους κάτω από το φεγγάρι, άλλοι είχαν αράξει στο γκαζόν, είχαν καταναλώσει ό,τι υπήρχε σε ποτό και φαγώσιμο. «Ο κόσμος μπήκε από τις πόρτες αλλά και από τα κάγκελα, γιατί δεν ξέρανε όλοι ότι οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Έγινε ένα τρελοκομείο», λέει ο Λουκιανός. «Πολλοί ήρθανε με τα σκάφη τους και τα άραξαν γύρω από την εξέδρα». Η προσέλευση του κόσμου ήταν κάτι το απίστευτο. Οι εφημερίδες την άλλη μέρα είχαν το Πάρτυ στα πρωτοσέλιδα. Τα εισιτήρια αγοράζονταν μαζικά. Ένας σχετικός χαμός ναι, αναμενόταν, αλλά οι 100.000 κόσμου ξεπέρασαν κάθε πρόβλεψη. «Ήταν εκεί ο Θόδωρος ο Αγγελόπουλος, η Δήμητρα η Γαλάνη, πολύς κόσμος από δισκογραφικές. Τα επόμενα χρόνια έμαθα ότι εκείνο το βράδυ δεν λειτούργησαν τα θερινά σινεμά της Αθήνας, δεν πήγε κανείς, ήταν όλοι στη Βουλιαγμένη, μία κυρία μου είπε ότι ήρθε από το Γιοχάνεσμπουργκ».

Κι αν αναρωτιέσαι γιατί αυτό το event ονομάστηκε Πάρτυ στη Βουλιαγμένη, ο Λουκιανός εξηγεί «ένωσα τρία τραγούδια μου που προϋπήρχαν, τα Θερινά Σινεμά (το σημείο που λέει Είναι Κάτι Νύχτες με Φεγγάρι), το (Πάμε μια Βόλτα) Στη Βουλιαγμένη και το (Θέλω ένα Βράδυ να κάνω ένα) Πάρτυ».

Ο καιρός ήταν γλυκός, όσοι ήταν εκεί ήταν έτοιμοι να διασκεδάσουν, πολλοί ξημερώθηκαν στην παραλία, «μετά το τέλος, κάποιοι φύγανε, κάποιοι κοιμηθήκανε στην αμμουδιά, για να πάρουν τα πρώτα λεωφορεία της γραμμής κατά τις 6, 7 το πρωί». Αυτοί ήταν περίπου 4.000, όχι αστεία.

Η μικροφωνική ισχύς δεν ήταν αρκετή για να καλύψει τις ανάγκες αυτού που έγινε τελικά. «Στην Βουλιαγμένη δε νομίζω ότι άκουγαν όλοι πολύ καλά και κανένας δεν είχε και παράπονο» λέει ο Λουκιανός και αυτό ήταν το ζήτημα. Η βραδιά ήταν όντως ένα μεγάλο πάρτυ, όπως ακριβώς το είχε φανταστεί εκείνος, κανείς δεν γκρίνιαξε, το εισιτήριο ήταν συμβολικό, τόσο όσο να βγάλει τα έξοδα της διοργάνωσης, όλοι πέρασαν ωραία».

Αυτό που συνέβη στη Βουλιαγμένη τότε, δεν μπορεί να επαναληφθεί στις μέρες μας, «ήταν μία ευτυχισμένη στιγμή, ήταν ο κόσμος σε ένα άλλο μήκος κύματος, είχε μία άλλη ξενοιασιά, μια άλλη ανάγκη. Αυτό που προσέφερε, πέρα από όλα τα άλλα, είναι ότι ήταν μία πρώτη πρόταση για να σταματήσουν οι συναυλίες να γίνονται στα γήπεδα, που ήταν ένας πολύ σκληρός χώρος για μουσική, για να ψάξουμε άλλους χώρους, έχω την εντύπωση πως η Βουλιαγμένη οδήγησε στο να γίνονται πια συναυλίες στα ποτάμια, στα κάστρα, στους λόφους».

Από τότε έχουν γίνει πολλές συναυλίες, φεστιβάλ και μουσικά θεάματα. Κανένα όμως, ποτέ και για κανένα λόγο δεν θα έχει αυτή τη μαγεία, την ανεμελιά, τον αυθορμητισμό και την αίσθηση ελευθερίας που είχε το Πάρτυ αυτό. Άλλωστε είναι που (όπως επιβεβαιώνει κι ο Λουκιανός στο τραγούδι του) «όσοι πηγαίνουνε στη Βουλιαγμένη, λέει ένας νόμος παλιός, νύχτα με φεγγάρι κι είναι λίγο πιωμένοι πάντα την βρίσκουν αλλιώς».

Σχετικά άρθρα

Back to top button
Close
Close