STORIES

Πώς ψηφίζουν οι Ελληνες από το 1974 έως σήμερα

«Πώς ψηφίζει τελικά ο Έλληνας; Ποιο είναι το κριτήριό του; Μπορεί να βγει ένα διαχρονικό συμπέρασμα για τις συμπεριφορές του εκλογικού σώματος; Δεν ισχυρίζομαι ότι υπάρχει απάντηση, αλλά οι μέρες που διάγουμε με βάζουν στον πειρασμό να το επιχειρήσω», γράφει ο Court Central.

Ξεπέρασα, άλλωστε, πια τα 40 χρόνια εκλογικών αναμετρήσεων – έστω και αν σε εκείνες του ’74 δεν είχα ακόμη κλείσει τα οκτώ μου χρόνια – ενώ ως ψηφοφόρος κλείνω μια 30ετία. Δεν με λες και «παλιά καραβάνα», δεν με λες όμως και «άβγαλτο»…

Το 1974, με νωπή την κατάρρευση της Δικτατορίας, αλλά και διάχυτη την ανησυχία τόσο για το ενδεχόμενο αναβίωσής της από νοσταλγούς στο στράτευμα όσο και με φόντο τις δραματικές εξελίξεις στην μαρτυρική μας αδελφή Κύπρο, η ψήφος ήταν σαφώς μία ψήφος λογικής. Οι πραξικοπηματίες θα τιμωρούνταν από τη Δικαιοσύνη και όχι από τις κάλπες, τους γείτονες Τούρκους είχε αναλάβει να τους τιμωρήσει η Διεθνής Κοινότητα, οπότε οι Έλληνες είχαν απλώς να σκεφτούν λογικά: ο ηγέτης που θα μπορούσε τουλάχιστον να επαναφέρει και να διασφαλίσει την Δημοκρατία, να σταθεί με αξιόπιστο τρόπο απέναντι σε κάθε διεθνή συνομιλητή και, από εκεί και πέρα, ό,τι περισσότερο κατάφερνε για το μέλλον της χώρας (λέγε με οικονομική ανάπτυξη, ένταξη στην τότε ΕΟΚ) θα προσμετράτο στα θετικά. Η απάντηση ήταν προφανής: Κωνσταντίνος Καραμανλής και Νέα Δημοκρατία, ένα κόμμα που ουσιαστικά αποτελούσε τη διάδοχο της προδικτατορικής ΕΡΕ.

Το 1977, η Δημοκρατία πια δεν κινδύνευε. Στην επιλογή είχαν αρχίσει να μετρούν άλλα πράγματα, από τη στιγμή που και η οικονομία πήγαινε καλά. Yπήρχε η πολυτέλεια για να έρθουν στο προσκήνιο ιδεολογίες, συμπάθειες, αλλά και για να εκφραστεί και η, δεδομένη πάντα, φθορά μιας κυβέρνησης έπειτα από τρία χρόνια παραμονής στην εξουσία. Πληγωμένη ήταν, πάντως, η χώρα από το Κυπριακό και αυτό πιστεύω ότι βάραινε και στην κάλπη. Σίγουρα όμως, σε πολιτικό επίπεδο, μετρούσε και η δρομολόγηση της ένταξης της χώρας μας στην τότε ΕΟΚ και, νυν, Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα επίτευγμα που ακριβώς το επίπεδο της ασφάλειας στο οποίο ζούσε τότε η ελληνική κοινωνία έδινε στην τελευταία και το δικαίωμα της αμφισβήτησής του. Θα έλεγα ότι ήταν μία ψήφος λογικής τιμωρίας που και πάλι έλεγε Κωνσταντίνος Καραμανλής αλλά και που έδειχνε ότι μάλλον θα ήταν η τελευταία φορά.

Το 1981, η χώρα είναι πλέον μέλος της ΕΟΚ (των 10 χωρών, τότε) αλλά αυτό που μετρά περισσότερο στον Έλληνα ψηφοφόρο είναι η διάθεση της αλλαγής. Επτά χρόνια διακυβέρνησης για έναν λαό όπως ο ελληνικός σίγουρα περιλαμβάνουν περισσότερες γκρίνιες παρά αναγνωρίσεις και καθώς μία νέα ηγετική μορφή είχε αναδειχθεί, η έκβαση ήταν πιο σίγουρη παρά ποτέ: Ανδρέας Παπανδρέου με το ανατρεπτικό σύνθημα «αλλαγή εδώ και τώρα» συνοδευμένο από μια αριστερή φρασεολογία που ξεκινούσε από το «Έξω οι βάσεις του θανάτου» και έφτανε ως το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο». Ψήφος τιμωρίας λογικής, αφού κανείς λογικός άνθρωπος δεν πίστευε ότι η χώρα θα έφευγε τότε από τους διεθνείς οργανισμούς, αλλά και σε ένα βαθμό ψήφος λογικής, καθώς η διάθεση για αλλαγή είχε προφανή διέξοδο στην κάλπη.  Ήταν οι πρώτες εκλογές που έφερναν τον δικομματισμό πάνω από το 80%, καθώς η προδικτατορικά κυρίαρχη Ένωση Κέντρου εμβολιζόταν από το ΠΑΣΟΚ.

Το 1985, είχαμε την πλέον φανατισμένη αναμέτρηση στην Ιστορία της μεταπολίτευσης, στο ταβάνι του δικομματισμού, με τα δύο παραδοσιακά μεγάλα κόμματα να φτάνουν μαζί το 86,67%. Ψήφος λογικής αυτή, καθώς το παρελθόν των μονομάχων (Α. Παπανδρέου – Κ. Μητσοτάκης) προδιέθετε για σύγκρουση μέχρις εσχάτων. Έμοιαζε με σύγκρουση δύο κόσμων, ειδικά μετά την απομάκρυνση του Καραμανλή από την Προεδρία της Δημοκρατίας, ήταν οι εκλογές των μεγαλύτερων πολιτικών συγκεντρώσεων που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα. Ταυτόχρονα, και ψήφος λογικής τιμωρίας, καθώς το ΠΑΣΟΚ υφίστατο πλέον και κυβερνητική φθορά αλλά και διαρροές προς τα αριστερά, μιας και ένα κοινό ένιωθε εξαπατημένο από το συνδυασμό «βγάζω φλας αριστερά και τελικά στρίβω δεξιά». Ανδρέας Παπανδρέου, λοιπόν, αλλά και επιτυχές ζέσταμα της μηχανής για τον Κώστα Μητσοτάκη, σε ένα κόμμα που δεν αποτελούσε τον παραδοσιακό πολιτικό χώρο δραστηριοποίησής του.

Την περίοδο 1989-1990, έχουμε τρεις αναμετρήσεις μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο. Η ψήφος είναι καθαρά τιμωρίας, καθώς η κυβέρνηση Παπανδρέου και πλήττεται από οικονομικά σκάνδαλα αλλά και από τις εσωτερικές της αντιφάσεις («Τσοβόλα δώστα όλα» vs. «Οικονομικό συμμάζεμα από τον Σημίτη» σε μια οικονομία που μοιράζει λεφτά χωρίς άνοδο παραγωγικότητας). Ο εκλογικός νόμος αναγκάζει τους Έλληνες πολίτες σε διαδοχικές ψήφους, ο δικομματισμός φτάνει στο ποσοστό – ρεκόρ του 86,86%, αλλά και παράλληλα υπάρχει ένα μεγάλο κέρδος: μια οριστική συμφιλίωση, αφού την ολιγόμηνης διάρκειας κυβέρνηση Τζαννετάκη στηρίζουν οι πάλαι ποτέ αντίπαλοι του Εμφυλίου, ενώ την οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα στηρίζει και το ΠΑΣΟΚ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης με το πρωτοφανές, με εξαίρεση την ειδικών συνθηκών αναμέτρηση του ΄74, ποσοστό για την Κεντροδεξιά, 47% σχεδόν.

Το 1993 υπάρχει η μεγάλη επιστροφή. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ουσιαστικά ανατρέπεται από τον Αντώνη Σαμαρά με επίκεντρο την ονομασία της FYROM και, προφανώς, μιλάμε και για μια προσωπική ρεβάνς του Ανδρέα Παπανδρέου. Είναι μια ψήφος τιμωρίας, υπό την έννοια ότι εφαρμόστηκαν ή επιχειρήθηκαν μεγάλες αλλαγές σε τομείς όπως το ασφαλιστικό και οι αποκρατικοποιήσεις, οι οποίες προφανώς έφεραν και αντιδράσεις, ενώ ξέφυγε από κάθε έλεγχο και ο πληθωρισμός, κυρίως λόγω της βίαιης απελευθέρωσης της αγοράς καυσίμων με το περίφημο 50άρικο στην τιμή της βενζίνης. Είναι όμως και μία ψήφος τιμωρίας λογικής, καθώς ο Παπανδρέου είναι πραγματική σκιά του εαυτού του, λόγω της περιπέτειας της υγείας του και δείχνει, κυριολεκτικά, υπό προθεσμία. Όπερ και εγένετο αφού οι εκλογείς αποφαίνονται Ανδρέας Παπανδρέου – και, μάλιστα, με το 2ο μεγαλύτερο ποσοστό στην ιστορία του ΠΑΣΟΚ, σχεδόν 47%, έπειτα από το 48% και κάτι του ΄81. Όμως, έναν χρόνο και κάτι αργότερα, πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο Κώστας Σημίτης, στη δική του προσωπική ρεβάνς, έπειτα από την αποπομπή του ΄87, λόγω της οικονομικής πολιτικής που ακολουθούσε.

Το 1996 δεν υπάρχει ντέρμπι και αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι τα ποσοστά των δύο μονομάχων πέφτουν πάλι στο 80%. Η κοινωνία δεν πολυπιστεύει ότι ο Έβερτ μπορεί να φέρει ξανά τη ΝΔ στην εξουσία και είναι μία ψήφος λογικής, καθώς ο Σημίτης είχε κλείσει μόνο έναν χρόνο στην πρωθυπουργία. Είναι και μια περίοδος καλής οικονομικής πορείας, χωρίς ιδιαίτερους κλυδωνισμούς, αν εξαιρέσει βεβαίως κανείς την τραγωδία των Ιμίων που είχε ενσκήψει τις μέρες κατά τις οποίες η κυβέρνηση Σημίτη ζητούσε ψήφο εμπιστοσύνης στην Βουλή. Κώστας Σημίτης, λοιπόν.

Το 2000 έχουμε το απόλυτο ντέρμπι στην μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας! Και, βέβαια, νέα πόλωση, αφού απέναντι σε έναν πρωθυπουργό που έχει να επιδείξει την επιτυχία της ένταξης της χώρας στην Ευρωζώνη και το ευρώ και μία γενικότερη διάθεση εκσυγχρονισμού του Κράτους, η Κεντροδεξιά κατεβάζει το πιο βαρύ όνομα στην πολιτική ιστορία της χώρας, μαζί φυσικά με εκείνο του Ελευθέριου Βενιζέλου. «Ήρθε η ώρα του Καραμανλή» είναι το σύνθημα και η αναμέτρηση της 9ης Απριλίου μένει στην ιστορία γιατί τα exit polls βγάζουν στους δρόμους για πανηγυρισμούς τους Νεοδημοκράτες, αλλά τελικά η κυβέρνηση είναι και πάλι ΠΑΣΟΚ, αφού  η αναμέτρηση κρίνεται για 72.000 ψήφους καθώς και για 1% μόλις! Ψήφος λογικής πάντως, καθώς η Ελλάδα σε γενικές γραμμές πορεύεται με ασφάλεια, εκμεταλλευόμενη και τις πολύ χαμηλές τιμές καυσίμων που κρατούν χαμηλά όλα τα κόστη, ενώ έχει μπροστά της την προσδοκία της χρήσης του ευρώ από το ξεκίνημα της νέας χρονιάς αλλά και την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων και την πραγματοποίηση μεγάλων έργων. Κώστας Σημίτης και το ΠΑΣΟΚ μοιάζει πιο κεντρώο παρά ποτέ, ενώ γίνεται το πρώτο κόμμα στην ιστορία που κερδίζει τρεις διαδοχικές εκλογές – με εξαίρεση τη ΝΔ στις επαναλαμβανόμενες του 1989-1990.

Το 2004 είχε όντως έρθει η ώρα του Καραμανλή. Η κυβέρνηση Σημίτη έχει πληγεί από σημαντικά πολιτικοοικονομικά σκάνδαλα, ενώ είναι διάχυτη στην κοινωνία η δυσαρέσκεια για την αποτυχία σημαντικών μεταρρυθμίσεων αλλά και για την κυριαρχία των μεγαλοεργολάβων του Δημοσίου που συνδέονται με τηλεοπτικά μέσα. Το ευρώ αντιμετωπίζεται από τους επιτήδειους ως μία ακόμη ευκαιρία αισχροκέρδειας και η μετατροπή φέρνει κύματα ακρίβειας που πλήττουν τα εισοδήματα. Ψήφος τιμωρίας και ψήφος λογικής μαζί, καθώς πέραν των προβλημάτων στην κυβέρνηση Σημίτη, έπειτα από 11 χρόνια Κεντροαριστεράς – το μεγαλύτερο διάστημα διακυβέρνησης από ένα κόμμα στην ιστορία της χώρας μας – η διάθεση στην κοινωνία για αλλαγή πλεύσης είναι έντονη. Κώστας Καραμανλής με το ποσοστό του διακομματισμού για τελευταία φορά στην Ιστορία τόσο ψηλά, στα επίπεδα του 86% και πάλι.

Το 2007 έχουμε να κάνουμε με μία κλασική ψήφο λογικής τιμωρίας. Η κυβέρνηση Καραμανλή έχει αρχίσει να φθείρεται, κυρίως γιατί διαψεύδει τις προσδοκίες για μεγάλες αλλαγές στο Κράτος, για τις οποίες είχε λάβει ουσιαστικά λευκή εντολή με το 45,4% των προηγούμενων εκλογών. Είναι, όμως, η κλασική «δεύτερη ευκαιρία» που δίνει το εκλογικό σώμα σε έναν πρωθυπουργό. Οι πολύνεκρες πυρκαγιές του μαύρου εκείνου καλοκαιριού γίνονται και αντικείμενο προεκλογικής αντιπαράθεσης και ο Κώστας Καραμανλής επανεκλέγεται, με σαφώς πιο αδύναμη κυβερνητική πλειοψηφία. Η σκανδαλολογία που έχει ξεκινήσει δείχνει ότι τα πράγματα έχουν πάρει τον δρόμο τους.

Το 2009, μόλις δύο χρόνια μετά την επανεκλογή του, ο Καραμανλής πάει σε εκλογές προειδοποιώντας ότι χρειάζονται δραματικά μέτρα για την οικονομία, καθώς αποκαλύπτεται ότι το έλλειμμα έχει ξεφύγει. Εν μέσω της δυσαρέσκειας των εταίρων αλλά και με σύνθημα «Λεφτά υπάρχουν», ο Γιώργος Παπανδρέου κερδίζει τη μάχη, σε μια προσωπική του δικαίωση, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι εσωτερικές φωνές αμφισβήτησης για το πρόσωπό του ήταν έντονες τα προηγούμενα χρόνια. Είναι μία ψήφος τόσο τιμωρίας της κυβέρνησης όσο και τιμωρίας λογικής, καθώς ο ελληνικός λαός αγνοεί τα μηνύματα εντός και εκτός Ελλάδος. Αντί για λεφτά, όμως, προκύπτει Μνημόνιο και Τρόικα, με σκληρά μέτρα που διασφαλίζουν τους δανειστές μας, καθώς η χώρα ουσιαστικά έχει χρεοκοπήσει και δεν μπορεί να βγει στις αγορές. Δύο χρόνια μετά την επανεκλογή του και αφού η χώρα κλυδωνίζεται με σύγκρουση με την Ευρώπη και με κίνδυνο εξόδου από το ευρώ, ο Παπανδρέου παραιτείται και το τιμόνι παίρνει ο Λουκάς Παπαδήμος, έχοντας και τη στήριξη της ΝΔ, όπου πλέον πρόεδρος είναι ο Αντώνης Σαμαράς, αλλά και του ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη.

Το 2012 πάμε σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις τον Μάιο και τον Ιούνιο. Η οικονομική κρίση συνεχίζεται, οι αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν είναι δύσκολες και η κάλπη μοιάζει μονόδρομος. Τον Μάιο ουσιαστικά τελειώνει ο κύκλος που είχε ξεκινήσει του 1981 (αυτός των πολύ ισχυρών δύο μεγάλων κομμάτων) και ο κατακερματισμός των πολιτικών δυνάμεων είναι πρωτοφανής. Η ΝΔ πρώτο κόμμα αλλά με 19% «σκάρτο», ενώ στο προσκήνιο αναδεικνύεται ο ΣΥΡΙΖΑ που από το 5% του 2009, εκτοξεύεται στο 17%. Το ΠΑΣΟΚ πέφτει στο 13%, οι νεοσύστατοι Ανεξάρτητοι Έλληνες με αντιμνημονιακή λογική παίρνουν διψήφιο ποσοστό, ενώ ια πρώτη φορά εμφανίζεται στη Βουλή κόμμα με ναζιστικές τάσεις. Οι προσπάθειες για σχηματισμό κυβέρνησης αποτυγχάνουν. Δεύτερη αναμέτρηση στο «καπάκι», ο Αντώνης Σαμαράς πρωθυπουργός με εμπιστοσύνη από ΠΑΣΟΚ, ΝΔ αλλά και τη Δημοκρατική Αριστερά, σε μία ψήφο λογικής, αφού το εκλογικό σώμα, παρά τα 1,3 εκατ. ανέργων και τη μεγάλη μείωση εισοδημάτων εντός Μνημονίου, εκτιμά ότι είναι η μόνη λύση για να παραμείνει η χώρα στην Ευρωζώνη και να μην χρεοκοπήσει άτακτα.

Και φτάνουμε στο 2015… Υποψιαζόμαστε ότι μιλάμε κυρίως για μία ψήφο τιμωρίας για τα δεινά της μνημονιακής πολιτικής, αλλά ίσως και να φοβόμαστε, λιγότερο ή περισσότερο, ότι μπορεί να αποδειχθεί ψήφος τιμωρίας λογικής. Αυτό που δείχνουν τα γκάλοπ, πάντως, είναι εντυπωσιακό: ο λαός δεν ήθελε πρόωρες εκλογές, ο λαός θεωρεί καταλληλότερο πρωθυπουργό τον Σαμαρά, ο λαός δεν πιστεύει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα εφαρμόσει αυτά που λέει, ο λαός θέλει κυβέρνηση συνεργασίας, ο λαός ψηφίζει τον Αλέξη Τσίπρα που το φωνάζει ότι θέλει να είναι αυτοδύναμος!

Κοντός ψαλμός αλληλούια, λοιπόν, και… καλή ψήφο!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Close