STORIES

Ομοφυλοφιλία: Μια ιστορία που μας έρχεται από παλιά

Η εξασφάλιση της συνέχειας κάθε είδους – συνεπώς και του ανθρώπινου – στηρίζεται στη σεξουαλική επαφή μεταξύ αρσενικών και θηλυκών με στόχο την αναπαραγωγή. Παραταύτα, η σεξουαλική έλξη κι επαφή με άτομα του ίδιου φύλου είναι υπαρκτή και γνωστή από την αρχή της ιστορίας της ανθρωπότητας και το 1869 πρωτοχρησιμοποιήθηκε ο όρος “ομοφυλοφιλία” για την περιγραφή αυτής της σεξουαλικής έκφρασης. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι η περιγραφή της κοινωνικής αντιμετώπισης τούτης της σεξουαλικότητας. Έχει ενδιαφέρον μια ματιά στην ιστορική αναδρομή.

Έχουν γραφτεί πολλά για την ομοφυλοφιλία στην αρχαιότητα. Παρά τις αντιτιθέμενες απόψεις, το αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι υπήρχε. Στην αρχαία Ελλάδα μάλιστα για να περιγράψουν τον άνδρα ομοφυλόφιλο που συμπεριφερόταν ως γυναίκα, χρησιμοποιούσαν την λέξη “κίναιδος”, δηλαδή ο κινών την αιδώ (όπου αιδώ σημαίνει ντροπή). Η συνέπεια τούτης της επιλογής ήταν η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων και ο αποκλεισμός από τα δημόσια αξιώματα. Σε περίπτωση δε, όπου ο “κίναιδος” έκρυβε τη σεξουαλική του προτίμηση και την ασκούσε κρυφά έχοντας συμμετοχή στα κοινά χωρίς να στερείται των δικαιωμάτων του, τότε η ποινή ήταν αυστηρότατη καθώς η πολιτεία των θανάτωνε. Είναι σημαντική η διευκρίνηση για το δίπολο “εραστή” κι “ερωμένου” που χαρακτήριζε τον παιδαγωγό με τον μαθητή του. Οι λέξεις αυτές, έχοντας τότε άλλη κοινωνική σημασία και συμβολισμό, αποδίδονταν για να εκφράσουν την μακροχρόνια φιλία και τον σεβασμό μεταξύ του άνδρα παιδαγωγού και του νεαρού μαθητή, αποκλείοντας αυστηρά την σεξουαλική επαφή μεταξύ των δύο. Αν μάλιστα προέκυπτε κάτι τέτοιο, τότε ο πατέρας του αγοριού εθεωρείτο προαγωγός και κατηγορείτο ως “άτιμος” αφού δεν προστάτευσε την τιμή της οικογένειάς του.

Στην αρχαία Ρώμη, οι ιστορικές πηγές διίστανται καθώς διανοητές όπως ο Κάτων αναφέρουν ότι η ομοφυλοφιλία αποτελούσε διαστροφή των ηθών, ενώ άλλοι όπως ο συγγραφέας Λουκιανός, αναφέρουν ότι οι ετεροφυλόφιλες σχέσεις καλύπτουν τις βασικές ανάγκες ενώ ο έρωτας μεταξύ ανδρών, όντας μη αναγκαίος, εκφράζει την πολιτισμική ανωτερότητα. Παρά τις αντιθέσεις, οι ιστορικοί αναφέρουν ότι μέχρι το τέλος της ρωμαϊκής περιόδου, η ομοφυλοφιλία ήταν αποδεκτή.

Στην Βυζαντινή αυτοκρατορία, ο Ιουστινιανός (482 – 565 μ.Χ.) επιβάλλει την ποινή θανάτου για όλες τις μορφές ομοφυλόφιλης συμπεριφοράς. Τον 13ο αιώνα, στον δυτικό μεσαίωνα, χρησιμοποιείται ο όρος “σοδομισμός” με την Ιερά Εξέταση να ρίχνει στην πυρά τους “σοδομιστές” ενώ τους καταδίωκε σκληρά, καθώς η θρησκευτική εξουσία καλλιεργούσε τον φόβο της οργής του θεού τιμωρώντας με δεινά όλη την κοινωνία.



Όπως ήδη αναφέρθηκε, το 1869, ο Ούγγρος συγγραφέας Κάρολι Μαρία Κερτμπένι εισάγει τον όρο “ομοφυλοφιλία” αντί του “σοδομισμού”. Στον Μεσοπόλεμο, ευρωπαϊκές πόλεις όπως το Λονδίνο, το Βερολίνο και το Παρίσι αναδεικνύονται ως πρωτεύουσες της γκέι δραστηριότητας μέσω σημαντικών προσωπικοτήτων που εμφανίζονται στις τέχνες και τα γράμματα. Στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Χίτλερ στέλνει τους γκέι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ενώ στην ΕΣΣΔ, από το 1934 κι έπειτα η ομοφυλοφιλία ποινικοποιείται.

Κατά την δεκαετία του 1960, οι ομοφυλόφιλοι άνδρες και γυναίκες αρχίζουν να διεκδικούν το δικαίωμα στη σεξουαλική επιλογή. Έπειτα από ένα μακρύ πέρασμα κατηγοριοποίησης της ομοφυλοφιλίας ως ψυχιατρική διαταραχή και σεξουαλική παρέκκλιση – με διάφορες ατυχείς προσπάθειες αποθεραπείας της μάλιστα -, σταμάτησε να θεωρείται αρρώστια από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας μόλις το 1992.

Δεν γίνεται να γίνει λόγος για την κοινωνική αντιμετώπιση της ομοφυλοφιλίας χωρίς την αναφορά στη νόσο του AIDS. Είναι γνωστό, ότι καθώς οι πρώτοι ασθενείς ήταν γκέι, κατηγορήθηκαν σφοδρά την δεκαετία του 1980 και θεωρήθηκαν υπαίτιοι. Ευτυχώς, η επιστημονική έρευνα τους απενεχοποίησε καθώς η γέννηση του ιού αποδόθηκε σε εργαστηριακό λάθος ή σε κτηνοβασία. Είναι γεγονός όμως ότι η μετάδοση σεξουαλικών νοσημάτων ταλανίζει την γκέι κοινότητα και η περιθωριοποίησή της δεν βοηθά ούτε την πρόληψη ούτε την αντιμετώπισή τους.

Όπως διαφαίνεται από την ιστορική αναδρομή, η ομοφυλοφιλία έχει υποστεί σκληρή καταδίωξη με αυστηρότατες συνέπειες ανά τους αιώνες. Στον χώρο της ψυχολογίας, υποστηρίζεται ότι η αποδοχή αυτής της σεξουαλικής ταυτότητας, αποτελεί μία από τις δυσκολότερες πτυχές, μιας και το άτομο πιέζεται αλλά και στιγματίζεται κοινωνικά εξαιτίας της. Τα τινά τούτης της κοινωνικής καταστολής είναι δύο: το άτομο είτε καταπιέζεται, αρνούμενο την επιθυμία του με αποτέλεσμα την δυστυχία και την πιθανή νοσηρότητα με αγχωτικές ή καταθλιπτικές διαταραχές, Είτε αποδέχεται την ταυτότητά του και αντιμετωπίζει την κοινωνική δυσμένεια. Δυσμένεια που ακόμη και στη σύγχρονη εποχή μπορεί να φτάσει ενίοτε στα άκρα: βλέπε ρατσισμό και ομοφοβία. Η τελευταία ορίζεται ως η φοβία (σε σημείο παθολογίας) με την αποστροφή και τις διακρίσεις κατά της ομοφυλοφιλίας και σε βάρος των γκέι.

Στις μέρες μας, η κοινωνική στάση απέναντι στους γκέι φαίνεται να είναι μπερδεμένη. Ούτε απαγορεύεται αλλά ούτε είναι ακριβώς ανεκτή. Από τη μία, συχνά καλλιεργείται η ομοφυλόφιλη τάση από το lifestyle, από την άλλη η κοινωνία σε πολλές περιπτώσεις αρνείται να παραχωρήσει/ αναγνωρίσει περαιτέρω δικαιώματα πλην της ύπαρξής τους, βλέπε γάμο και υιοθεσία τέκνου. Επίσης, όσο η κοινωνία περιθωριοποιεί τους γκέι άλλο τόσο και οι ίδιοι στεγανοποιούνται στην κλειστή ομάδα τους. Με την εξασφάλιση του είδους δεδομένη μέσω του σύγχρονου υπερπληθυσμού, και με νομικά δικαιώματα όμως όπως το συμφωνητικό συμβίωσης έναντι του γάμου, το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί χρειάζεται τούτη η αμφίπλευρη κατηγοριοποίηση στις μέρες μας που συχνά φτάνει στην υπερβολή τόσο εκ των έσω όσο κι από έξω. Είναι σημαντικό να τονισθεί όμως ότι η κοινωνική μας δράση και συμμετοχή βασίζεται από τις κοινωνικές μας πράξεις και δραστηριότητες και όχι από την σεξουαλικότητά μας και τον τρόπο που την εκφράζουμε αλλά τον τρόπο που την διαφυλάσσουμε.

Σχετικά άρθρα

Back to top button
Close