STORIES

Οι διώξεις των Ελλήνων της Ε.Σ.Σ.Δ. από το σταλινικό καθεστώς

Πρόκειται για το Α’ μέρος, χρονολογίας 1936-1938



Ένα από τα πλέον πολυσυζητημένα πρόσωπα του 20ου αιώνα είναι κατά γενική ομολογία ο Ιωσήφ Στάλιν. Πρόκειται για ένα πολύκροτο θέμα, σχετικό με τον Στάλιν, τις διώξεις των Ελλήνων της τέως Ε.Σ.Σ.Δ. από το σταλινικό καθεστώς μεταξύ 1936-1938 και σε επόμενο άρθρο από το Πρώτο Θέμα, σύντομα, με τις διώξεις από το 1941 ως το 1949 και τον τερματισμό τους με την ανάληψη της ηγεσίας από τον Χρουστσόφ.



Η Επανάσταση του 1917 και η θέση των Ελλήνων

Η επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917, που οδήγησε στην παραίτηση του τσάρου Νικολάου Β’, το τέλος της ρωσικής αυτοκρατορίας και της δυναστείας των Ρομανόφ υπήρξε προάγγελος της Οκτωβριανής Επανάστασης και αντιμετωπίστηκε θετικά από την πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού της Ρωσίας, καθώς επικρατούσε η άποψη ότι οι ηγέτες της θα ακολουθούσαν μια περισσότερο φιλελεύθερη εσωτερική πολιτική και θα υπήρχαν θετικές επιπτώσεις στα εκπαιδευτικά, πολιτιστικά κλπ. ζητήματα των Ελλήνων.



Αντίθετα οι Έλληνες της Ρωσίας αντιμετώπισαν με επιφύλαξη και αρνητικό τρόπο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, όχι μόνο τους μπολσεβίκους αλλά και όσους επιδίωκαν την παλινόρθωση του παλιού καθεστώτος.

Στη συνέχεια η κατάσταση έγινε περισσότερο δύσκολη και ανεξέλεγκτη και η στάση του ελληνικού πληθυσμού δεν ήταν ενιαία. Το μεγαλύτερο τμήμα, κυρίως η εμπορική και η επιχειρηματική τάξη και οι γαιοκτήμονες που είδαν τα συμφέροντά τους να πλήττονται καίρια, αλλά και άλλοι Έλληνες που θεωρούσαν ότι τα συμφέροντά τους απειλούνται, τάχθηκαν κατά των μπολσεβίκων.

Ένα δεύτερο τμήμα, μικρότερο αριθμητικά ,κυρίως από χαμηλότερες οικονομικές και κοινωνικές τάξεις, το οποίο προσδοκούσε βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης , ακόμα και εκπροσώπησή τους στους μηχανισμούς εξουσίας, συντάχθηκε με τους μπολσεβίκους, ενώ ένα τρίτο αρκετά μικρότερο κυρίως στην Υπερκαυκασία ταυτίστηκε με το κόμμα των μενσεβίκων.

Πολλοί ομογενείς που είχαν καταφύγει ως πρόσφυγες στη νότια Ρωσία και την Υπερκαυκασία και δεν είχαν καταφέρει να αναχωρήσουν για την Ελλάδα ,εγκλωβίστηκαν στην Ε.Σ.Σ.Δ. και περίμεναν κάτω από δραματικές συνθήκες στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας να αναχωρήσουν για την Ελλάδα. Η ελληνική εκστρατεία στην Ουκρανία (1919) και η προσέγγιση Λένιν-Κεμάλ συνέβαλε στην επιδείνωση του κλίματος.

Η σοβιετική κυβέρνηση έκανε διαβήματα προς την ελληνική για να απαλλαγεί από το πρόβλημα των Ελλήνων που περίμεναν στο Βατούμ και το Νοβοροσίσκ ,πλοία για την Ελλάδα. Το 1921 μετά από μεγάλη πίεση των ομογενών και της κυβέρνησης της Ε.Σ.Σ.Δ. ελληνικά πλοία μετέφεραν ένα τμήμα των προσφύγων στη χώρα μας.

Το 1924 Ελλάδα και Ε.Σ.Σ.Δ. συνήψαν διπλωματικές σχέσεις, ωστόσο εξακολουθούσε να υπάρχει απροθυμία από ελληνικής πλευράς να δεχθεί τους ομογενείς. Η απροθυμία οφείλεται στην έλευση πολλών προσφύγων και στην Ελλάδα μετά τη μικρασιατική καταστροφή ,αλλά και στον φόβο μήπως οι νέοι πρόσφυγες γίνουν φορείς των μπολσεβικικών ιδεών όταν έρθουν στη χώρα μας.

Οι περισσότεροι πρόσφυγες με βάση τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 είχαν γίνει Έλληνες υπήκοοι, καθώς δεν είχαν επιλέξει τη σοβιετική ιθαγένεια. Οι τάσεις επαναπατρισμού ενισχύθηκαν το 1926 όταν άρχισαν να εισπράττονται οι αποζημιώσεις από τις ελληνικές περιουσίες που είχαν εγκαταλειφθεί στην Τουρκία.

Από το 1921 ως το 1928 κατάφεραν να μεταβούν στην Ελλάδα σύμφωνα με μια εκτίμηση 20.891, ενώ συνολικά ήρθαν στην Ελλάδα 58.526 άτομα ίσως και περισσότερα.

Οι εκτιμώμενες ζημιές των Ελλήνων αλλά και του ελληνικού Δημοσίου από κατασχέσεις περιουσιών, κλοπές και καταστροφές μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων ήταν εκατοντάδες εκατομμύρια ρούβλια.

Το 1923 υπολογίζεται ότι οι Έλληνες που ζούσαν στη Ρωσία, την Ουκρανία κλπ. ήταν μεταξύ 300.000 και 440.000. Αν και η ομογένεια βρέθηκε την πρώτη αυτή περίοδο χωρίς τους πολιτικούς και πνευματικούς της ταγούς ,οι Έλληνες κομμουνιστές διανοούμενοι δημιούργησαν έναν νέο ελληνικό- σοβιετικό πολιτισμό.

Η Ρωσική Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Σοβιετική Δημοκρατία, όπως ονομαζόταν το κράτος από το 1918 ως το 1923, είχε θετική πολιτική απέναντι στις διάφορες εθνότητες και κατά συνέπεια στην πολιτιστική ιδιαιτερότητα του ποντιακού ελληνισμού.

Η επιτροπή για τα δικαιώματα των εθνοτήτων υπό τον τότε κομισάριο Στάλιν ως το 1924 που διαλύθηκε, έδρασε εποικοδομητικά και έδωσε έμφαση στα δικαιώματα χωριστής συγκρότησης στη νέα ένωση μόνο για μεγάλες εθνότητες.

Κυρίως μετά το 1926 σημειώθηκε μεγάλη ανάπτυξη του (ελληνο)ποντιακού πολιτισμού, του ελληνικού Τύπου, της ελληνόφωνης παιδείας και λογοτεχνίας. Το Σύνταγμα του 1926 αναγνώρισε την ποντιακή διάλεκτο ως ισότιμη με τις άλλες γλώσσες του κράτους.

Η υιοθέτηση της ΝΕΠ (Νέας Οικονομικής Πολιτικής), έφερε σημαντική οικονομική ανάπτυξη σε περιοχές της νότιας Ρωσίας, όπου ζούσαν πολλοί Έλληνες. Θετική εξέλιξη για τα συμφέροντα των Ελλήνων ήταν η ίδρυση αναγνωρισμένων εθνικών περιοχών σε μερικές περιοχές που ο ελληνικός πληθυσμός αποτελούσε την πλειονότητα.

Έτσι ιδρύθηκαν τρεις περιοχές στη νότια Ουκρανία (Ντόνετσκ, Μαριούπολη και Μάγκους το 1928) και μία στη νότια Ρωσία (Κριμσκ 1930), ενώ έγινε προσπάθεια να ιδρυθεί άλλη μία στην Αμπχαζία.
Η ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων ενισχύθηκε με την ίδρυση βιβλιοθηκών, αναγνωστηρίων, θεάτρων και πολιτιστικών λεσχών.

Η ελληνόγλωσση λογοτεχνία μεταξύ 1917-1937 αναπτύχθηκε ραγδαία ξεπερνώντας και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις των ελληνικής καταγωγής πνευματικών ανθρώπων.

Πάντως όπως γράφει ο Κ. Φωτιάδης στη διάρκεια του εμφυλίου, χάθηκαν άδικα χιλιάδες Έλληνες από τα όπλα των Λευκορώσων του Δενικίν, των μπολσεβίκων αλλά και των αναρχικών του Μαχνό. Η κάθε πλευρά ήθελε να τους προσεταιριστεί δυστυχώς όμως το αποτέλεσμα γι’ αυτούς ήταν πάντα αρνητικό.

Η κολεκτιβοποίηση (1929-1935)

Το πρωί της 13ης Δεκεμβρίου 1923, μετά από δύο διαδοχικές καρδιακές προσβολές, ο Λένιν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα καθήκοντά του. Από τότε, ως τη μέρα του θανάτου του (21 Ιανουαρίου 1924), έζησε ουσιαστικά σε απομόνωση.

Ακολούθησε η σκληρή μάχη για τη διαδοχή του, μεταξύ των Στάλιν, Τρότσκι, Κάμενεφ, Ζινόβιεφ και Μπουχάριν, με τελικό νικητή τον Στάλιν, ο οποίος το 1927 κατόρθωσε να εξουδετερώσει τον Τρότσκι, αφού παραγκώνισε τους Κάμενεφ και Ζινόβιεφ και το 1929, επικράτησε και του Μπουχάριν.

Από το 1924 ως το 1928, η έλλειψη κεφαλαίων οδήγησε στην αναθεώρηση των ως τότε σχεδιασμών για την ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας, με νέες πρωτοβουλίες που απέβλεπαν στην πιο άμεση σύνδεση της βιομηχανικής με την αγροτική παραγωγή.

Η διαδικασία εφαρμογής αυτής της σύνδεσης, είχε ως κατάληξη την επιβολή στον αγροτικό τομέα της κολεκτιβοποίησης (από το 1929), δηλαδή της υποχρεωτικής συγκέντρωσης των αγροτών σε μικρές αγροτοεργατικές κοινότητες (arteli). Επρόκειτο για συνεργατικά αγροκτήματα που έγιναν γνωστά ως “κολχόζ” (Kolkhozy, από τη σύντμηση των όρων “Kollektivnoie hoziaistvo” ή, όταν επρόκειτο για κρατικά κτήματα ως “sovkhozy”.

Η κολεκτιβοποίηση ήταν εθελοντική αρχικά και στη συνέχεια έγινε υποχρεωτική, καθώς όσοι δεν συμμετείχαν σ’αυτή πλήρωναν υψηλούς φόρους.

Ο τρόπος που εφαρμόστηκε η κολεκτιβοποίηση, είχε σαν αποτέλεσμα οι αγρότες να εργάζονται κάτω από την απόλυτη εξάρτηση του κράτους. Ως το 1932, εντάχθηκε στα κολχόζ το 60% των αγροτών. Οι υπόλοιποι αποτελούσαν την τάξη των “μονονοικοκύρηδων”.

Ήδη όμως από το 1928, οι αγορές σταριού του κράτους από τους αγρότες, έπεσαν κατά 2 εκατομμύρια τόνους κάτω από τα ελάχιστα επιτρεπόμενα όρια.

Αυτό αποδόθηκε στη μη συνεργασία των κουλάκων (kulaki), των μεγαλοαγροτών δηλαδή. Άρχισε έτσι η λήψη έκτακτων μέτρων και η επίταξη των αγροτικών προϊόντων με τη βία. Η επίσημη κομματική γραμμή κατά των κουλάκων δεν βρήκε μεγάλη απήχηση στον ελληνικό πληθυσμό, που δεν είχε άλλωστε δει θετικά την κολεκτιβοποίηση.

Έλληνες που αντέδρασαν στην κολεκτιβοποίηση εκείνη την εποχή, εκτοπίστηκαν ως κουλάκοι σε διάφορες περιοχές της Ε.Σ.Σ.Δ ή εκδιώχθηκαν από τα χωράφια και τα σπίτια τους, ακόμα κι αν ήταν μικροϊδιοκτήτες. Ενδεικτικά, ακόμα και αγρότες που είχαν στην κατοχή τους λιγότερα από 10 στρέμματα γης, δυο βόδια, ένα άλογο και πέντε χοίρους, χαρακτηρίζονταν ως κουλάκοι!

Σύμφωνα με ιστορικούς, τα μέτρα για τους Κουλάκους αφορούσαν γενικότερα 820.000 οικογένειες στη Ρωσία, 200.000 στην Ουκρανία και 40.000 στο Ουζμπεκιστάν.

Την ίδια περίοδο, εντάθηκε και η αντιεκκλησιαστική πολιτική, κυρίως με τον νόμο του 1929 περί θρησκείας. Όλα αυτά, είχαν σαν αποτέλεσμα περίπου 1.000 Έλληνες το 1929 να εγκαταλείψουν την ΕΣΣΔ και να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Οι σοβιετικές Αρχές, αναζητούσαν τρόπους για να απαλλαγούν από τους Έλληνες ορισμένων περιοχών, όπως της Αμπχαζίας, όπου είχαν καταφύγει πολλοί πρόσφυγες μεταξύ 1917-1920 και να τους αναγκάσουν να φύγουν για την Ελλάδα.

Ο λιμός του 1931-1933, προκάλεσε νέες ταλαιπωρίες και διώξεις κατά των Ελλήνων. Οι θάνατοι από την πείνα, προκάλεσαν παράνομες εσωτερικές μετακινήσεις Ελλήνων, από περιοχές που είχαν πληγεί, ιδίως από το Κουμπάν, προς τις ελληνικές κοινότητες της Υπερκαυκασίας για να μπορέσουν να επιβιώσουν.

Την ίδια περίοδο, εκτοπίστηκαν στη Σιβηρία ως κουλάκοι και άλλοι Έλληνες κυρίως από τη νότια Ρωσία, την Κριμαία και την Αμπχαζία. Εκτοπισμένοι από το Κρασνοντάρ εκείνη την περίοδο, δημιούργησαν μερικές από τις πρώτες κοινότητες των Ελλήνων στη Σιβηρία και την Κεντρική Ασία.

Η ελληνική κυβέρνηση, προέβαινε σε μάλλον υποτονικά διαβήματα προς τη σοβιετική, καθώς οι οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών αναπτύσσονταν ραγδαία, ενώ η Ε.Σ.Σ.Δ χρησιμοποιούσε το 30-35% του ελληνικού εμπορικού στόλου.

Η ελληνική πλευρά, δεν διευκόλυνε τη μετανάστευση συμπατριωτών μας από την ΕΣΣΔ, καθώς υπήρχε έλλειψη γαιών και άλλων δυνατοτήτων εγκατάστασης, λόγω της έλευσης πολλών προσφύγων από τη Μικρά Ασία,αλλά φοβόταν τη μετάδοση “ανατρεπτικών” ιδεών και φρονημάτων στην ελληνική κοινωνία.

Έτσι, μεταξύ 1929 και 1933, μόνο 7.000 Έλληνες από την ΕΣΣΔ μπόρεσαν νε έρθουν στη χώρα μας, κυρίως μετά από πιέσεις στην κυβέρνηση του “Σωματείου των εν Αθήναις εκ Ρωσίας Ελλήνων”.

Οι εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας που ζούσαν στην ΕΣΣΔ, βρίσκονταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία (αν εξαιρέσουμε εύπορους Έλληνες της Οδησσού, του Ροστόβ και μερικών ακόμα περιοχών), σε τραγική κατάσταση.
Ιδιαίτερα άσχημες, ήταν οι συνθήκες για τους χιλιάδες φτωχούς ακτήμονες Έλληνες γεωργούς της Υπερκαυκασίας.

Η κατάσταση αυτή, επιδεινώθηκε με τις νέες διώξεις, εκτελέσεις, εξορίες και αναγκαστικές μετακινήσεις χιλιάδων ομογενών της Υπερκαυκασίας και των παραλίων του Εύξεινου Πόντου στη Σιβηρία και την Κεντρική Ασία, που ξεκίνησαν το 1936.

Η γενοκτονία των Ελλήνων από το σταλινικό καθεστώς

Η αποτυχία της κολεκτιβοποίησης, ο φοβερός λιμός του 1931-1933, ο οποίος σε ορισμένες περιοχές είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατο του 65% του πληθυσμού τους και διάφοροι άλλοι παράγοντες, είχαν σαν αποτέλεσμα την έναρξη, από τον Σεπτέμβριο του 1936, μαζικών διώξεων, με πρόσχημα την “πάλη κατά των τροτσκιστών”, για την εξόντωση των “εχθρών του λαού”.

Άρχισαν λοιπόν ξανά μαζικές συλλήψεις, κατασχέσεις περιουσιών ή και εκτελέσεις, που πολλαπλασιάστηκαν τον επόμενο χρόνο.

Η αρχή έγινε με τη μικρή εθνική μειονότητα των Κορεατών που από το Dalnii Vostok, μεταφέρθηκε δυτικότερα, σε εδάφη της Κεντρικής Ασίας. Ακολούθησαν Κινέζοι, Ουκρανοί, Λευκορώσοι, Εσθονοί κλπ, οι οποίοι με βάση τη γενικευμένη κατηγορία ότι αποτελούσαν “εχθρικά ταξικά” ή “αντισοβιετικά στοιχεία”, μεταφέρονταν σιδηροδρομικά, με χιλιάδες βαγόνια στις “ειδικές εγκαταστάσεις” [spets (ial’noe) poselenie], που είχαν οργανωθεί από την εποχή των βίαιων κολεκτιβοποιήσεων.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, άρχισαν και οι διώξεις των Ελλήνων. Άλλοτε κατηγορούνταν ότι συνδέονταν με το μοναρχοφασιστικό καθεστώς της μεταξικής, τότε, Ελλάδας, άλλοτε ότι κυριαρχούνταν από “αντισοσιαλιστικά στοιχεία”, άλλοτε, είτε ότι απέβλεπαν είτε στη δημιουργία αυτόνομης ελληνικής Δημοκρατίας μέσα στην Ε.Σ.Σ.Δ. ή τις επιμέρους Δημοκρατίες της. Το 1936, η Κ.Ε. του Κ.Κ. Γεωργίας, χαρακτήρισε τους Έλληνες της περιοχής “αλλοδαπούς”, “απάτριδες” και “πολιτικά ύποπτα στοιχεία”.

Με την έναρξη των εκτοπισμών, ολόκληρη σχεδόν η ηγεσία των Ελλήνων της Ε.Σ.Σ.Δ. και σημαντικός αριθμός ενήλικων Ελλήνων, ιδιαίτερα της νότιας Ρωσίας, άρχισαν να εκτοπίζονται. Η “ελληνική επιχείρηση”, όπως ονομάστηκε, οργανώθηκε με ειδικό διάταγμα του υπεύθυνου του NKVD (Λαικού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων) N. Ezov, που επικυρώθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1937.

Ωστόσο, οι διώξεις σύμφωνα με μαρτυρίες είχαν ξεκινήσει νωρίτερα και συγκεκριμένα από τις 30 Οκτωβρίου 1937.

Από τη μελέτη 1.200 φακέλων της NKVD της Ουκρανίας που αναφέρονταν στις, δήθεν, προδοτικές ενέργειες των συλληφθέντων, οι 120 (10%), αφορούσαν άτομα ελληνικής καταγωγής.

Σύντομα οι διώξεις των Ελλήνων, ιδιαίτερα όσων κατοικούσαν στη ΣΣΔ της Ρωσίας, έλαβαν τη μορφή πογκρόμ. Μεγάλες περιοχές με συμπαγή ελληνικό πληθυσμό, άρχισαν να “εκκαθαρίζονται”. Στην περιοχή του Ντόνετσκ, που ήταν γενικά από τις πιο πολύπαθες, μεταξύ 1937-1938, 77 Έλληνες εκτελέστηκαν και οι υπόλοιποι 6 καταδικάστηκαν σε καταναγκαστικά έργα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Τα κύρια επιχειρήματα των σταλινικών Αρχών, ήταν ότι οι κατηγορούμενοι υποστήριζαν πολιτικά το “τροτσκικό – μπουχαρινικό κέντρο” και ότι συμμετείχαν σε μυστικές οργανώσεις με σκοπό την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας. Να θυμίσουμε, ότι ο μεν Μπουχάριν εκτελέστηκε στις 15 Μαρτίου 1938, ο δε Τρότσκι, δολοφονήθηκε στο Μεξικό στις 21 Αυγούστου 1940, από τον Ισπανό πράκτορα των Σοβιετικών Ραμόν Μερκαντέρ. Το σταλινικό καθεστώς, δεν αρκέστηκε μόνο στις εκτελέσεις, φυλακίσεις και εκτοπισμούς των Ελλήνων.

Τον Αύγουστο του 1938, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία ενημέρωση, έκλεισαν τα περισσότερα από τα 104 ελληνικά σχολεία ή μετατράπηκαν σε (πολυ)εθνικά σχολεία των κατά τόπους Δημοκρατιών. Πολλοί Έλληνες δάσκαλοι συνελήφθησαν. Πάντως και μετά το κλείσιμο των σχολείων, ορισμένοι εκπαιδευτικοί συνέχιζαν να διδάσκουν κρυφά, την ελληνική γλώσσα. Επίσης, οι εφημερίδες, οι εκδοτικοί οίκοι, τα τυπογραφεία και οι ελληνικές θεατρικές σκηνές έκλεισαν.

Οι ελληνικές εκκλησίες, δεν γλίτωσαν. Άλλοι ναοί μετατράπηκαν σε σιταποθήκες των κολχόζ, άλλοι σε κοινόβια μαθητών, άλλοι σε κομματικά γραφεία ή στάβλους, ενώ άλλοι καταστρέφονταν συθέμελα. Κληρικοί, ψάλτες, καντηλανάφτες αλλά και εκκλησιαζόμενοι συλλαμβάνονταν.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του χωριού Κβίρικε στην περιοχή του Βατούμ. Μαζί με τον Έλληνα ιερέα, συνέλαβαν τους ψάλτες και πολλές γυναίκες που επέμεναν να εκκλησιάζονται. Τους εκτόπισαν στην Τασκένδη (Ουζμπεκιστάν).

Ανάμεσα στις εκτοπισμένες, ήταν και η μητέρα του Αλέξανδρου Μαυρόπουλου (μαρτυρία του ίδιου στις 15/8/1991), η οποία είχε 7 παιδιά και πέθανε στην εξορία.

Στο χωριό Μερτσάν, από τους 1.500 Έλληνες κατοίκους του, εκτελέστηκαν, πέθαναν στη Σιβηρία ή συνελήφθησαν, οι 175. Στην περιοχή του Σότσι, μέσα σε ένα εξάμηνο, συνελήφθη το 70% των ενηλίκων Ελλήνων ανδρών.

Και όσοι όμως καταδικάζονταν σε καταναγκαστικά έργα, στέλνονταν στη Σιβηρία και εργάζονταν, κάτω από άθλιες συνθήκες, 12-16 ώρες την ημέρα. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς, πέθαιναν.

Από τον Δεκέμβριο του 1937 και όλο το 1938, οι σταλινικές αρχές άρχισαν τις εκκαθαρίσεις των Ελλήνων της περιοχής της Μαριούπολης.

Όλοι οι άνδρες, από 17 ετών και πάνω, δικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες από στημένα δικαστήρια και στάλθηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στο Αρχαγκέλσκ, το Κόμι και τη Σιβηρία με την κατηγορία ότι προσπάθησαν να δημιουργήσουν ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

Με την παρέμβαση του “Σωματείου των εν Αθήναις εκ Ρωσίας Ελλήνων”, κατάφεραν ορισμένοι ομογενείς να έρθουν στην Ελλάδα.

Ο ακριβής αριθμός των Ελλήνων που εξορίστηκαν, υπέστησαν διώξεις ή εκτελέστηκαν από το 1936 ως το 1938 δεν είναι γνωστός. Μετά από μια μικρή ανάπαυλα, καθώς ξεκίνησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το σταλινικό καθεστώς, συνέχισε με μεγαλύτερο μένος, το “κυνηγητό” των Ελλήνων της ΕΣΣΔ.

Στη δεύτερη περίοδο των διώξεων από το 1941 και έπειτα, αλλά και σε επιπλέον στοιχεία για όσα έγιναν την περίοδο 1937-1938, θα αναφερθούμε σε άρθρο μας τις επόμενες ημέρες.



Πηγή
Πρώτο Θέμα

CNA Newsroom

Το να δημοσιεύεις αυτά που κάποιος άλλος δεν θέλει να δημοσιευτούν είναι δημοσιογραφία. Όλα τα άλλα είναι απλά δημόσιες σχέσεις.
Back to top button
Close
Close