STORIES

Τα μεγάλα «ΟΧΙ» των Ελλήνων στην ιστορία

Τελευταία ενημέρωση:

Το δημοψήφισμα, που ανακοίνωσε  την Παρασκευή ο πρωθυπουργός, προκάλεσε «σεισμό», κάνοντας τα διεθνή ΜΜΕ να προβλέπουν σύγκρουση της Ελλάδας με τους δανειστές της. Πέρα από τη σημασία που έχει σαν δημοψήφισμα, προκάλεσε αίσθηση και για το γεγονός ότι η Ελλάδα είχε καιρό να πει ένα μεγάλο «όχι».

Οι 300 του Λεωνίδα

Η μάχη των Θερμοπυλών, αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα αυταπάρνησης αυτοθυσίας και αγάπης για την πατρίδα. Με μνημονιακούς όρους μπορούμε να πούμε, ότι η στάση του Λεωνίδα και των ανδρών που έδωσαν την μάχη (300 Σπαρτιάτες, 400 Θεσπιείς, 400 Θηβαίοι), δεν ήταν «συμφέρουσα για τους ίδιους».

Η μάχη διεξήχθη το 480 π.Χ. κατά τη δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα. Οι Πέρσες είχαν ηττηθεί στον Μαραθώνα δέκα χρόνια νωρίτερα, γι’ αυτό και ετοίμασαν μια δεύτερη εκστρατεία, αρχηγός της οποίας ήταν ο Ξέρξης. Ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να κλείσουν τα στενά των Θερμοπυλών και του Αρτεμισίου. Οι Πέρσες επιτέθηκαν και οι Έλληνες αντιστάθηκαν για δύο μέρες.

Την τρίτη μέρα, ο Εφιάλτης οδήγησε τους Πέρσες πίσω από τους Έλληνες. Όταν το έμαθε αυτό, ο Λεωνίδας διέταξε την υποχώρηση των περισσότερων Ελλήνων – έμεινε στο πεδίο της μάχης με 300 Σπαρτιάτες, 400 Θεσπιείς, 400 Θηβαίους και ακόμα λίγους Έλληνες.

Ο Ξέρξης έστειλε πρεσβευτή για να πείσει τον Λεωνίδα να καταθέσει τα όπλα. Η απάντηση του Λεωνίδα ήταν «Μολὼν λαβέ». Οι Πέρσες εξόντωσαν όλους τους άνδρες που έμειναν στο πεδίο της μάχης, ωστόσο δεν μπόρεσαν να τους νικήσουν στα μάτια της ιστορίας.

Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς

Ως ένα μεγάλο ΟΧΙ, μπορεί να ερμηνευθεί και η σύμφωνα με τον ιστορικό Γ. Φραντζή, φράση του τελευταίου Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ΙΑ κατά την διάρκεια της τελευταίας μάχης για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.

«Ουκ εστί τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ’ εμού;», είπε ο Αυτοκράτορας λίγο πριν έρθει το τέλος.

Στις 28 Μαΐου, ο Μωάμεθ αποφάσισε τη γενική και τελική επίθεση εναντίον της πόλης. Ο Κωνσταντίνος, μετά την τέλεση της θείας λειτουργίας στον ναό της Αγίας Σοφίας, ενθάρρυνε τη φρουρά που θα έδινε τον αγώνα για την απόκρουση τής μεγάλης επίθεσης. Πράγματι, η πρώτη επίθεση αποκρούστηκε, αλλά η αναπλήρωση των απωλειών τής φρουράς ήταν δύσκολη.

Ο τραυματισμός του Γενουάτη Ιουστινιάνη υπήρξε σοβαρό πλήγμα. Τέλος και ενώ ο Κωνσταντίνος αγωνιζόταν στο πλευρό των στρατιωτών του ως απλός στρατιώτης, οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη το πρωί της 29ης Μαΐου του 1453. Η Κωνσταντινούπολη έπεσε.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Φραντζή, οι κατακτητές, μετά το τέλος του αγώνα, αναζήτησαν το σώμα του αυτοκράτορα και η αναγνώριση της σορού συνοδεύθηκε από την εντολή τού σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ να ταφεί με τις αρμόζουσες βασιλικές τιμές, χωρίς όμως να ανακοινωθεί και ο τόπος της ταφής.

Έτσι συνδέθηκε με τον θρύλο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, που κάποτε θα ξυπνήσει και θα διώξει τους Τούρκους από την Κωνσταντινούπολη.

O Σαμουήλ στο Κούγκι

Στις 13 Δεκεμβρίου του 1803, το Σούλι ήταν υπό την πολιορκία του Αλή Πασά. Μετά από πολυήμερη άμυνα, οι Σουλιώτες λύγισαν από την πείνα και τις κακουχίες και αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν. Συμφώνησαν να παραδώσουν τα όπλα τους και να απομακρυνθούν από το Σούλι.

Σύμφωνα με τη Μηχανή του Χρόνου, ο κοσμοκαλόγερος Σαμουήλ έμεινε τελευταίος, μαζί με λίγους συντρόφους του, ηλικιωμένους και βαριά τραυματίες, για να παραδώσουν την μπαρουταποθήκη, που ήταν μέσα στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής.

«Πόσα κολαστήρια στοχάζεσαι καλόγερε, θα σε κάμη ο Βεζύρης οπόταν σε βάλει εις το χέρι, από το οποίο και δε γλιτώνεις;», του είπε πριν την ανατίναξη ένας από τους ανθρώπους του Αλή Πασά.

Τότε εκείνος του απάντησε: «Δεν είναι άξιος ο Βεζύρης, να πιάση άνθρωπον, όστις εκτός οπού δε φοβάται, γνωρίζει και άλλον δρόμον: του θανάτου…».

Όταν οι άντρες του Αλή πασά έφτασαν στην αποθήκη, ο Σαμουήλ έβαλε φωτιά και μαζί με τους πέντε συντρόφους του ανατινάχθηκαν. Δεν παραδόθηκαν, παρά μόνο στον Θεό.

Το ΟΧΙ του Μεταξά

Στις 3 τα ξημερώματα της 28 Οκτωβρίου του 1940 η τότε Ιταλική Κυβέρνηση απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο, δια του Ιταλού Πρέσβη στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος και το επέδωσε ιδιόχειρα στον Ιωάννη Μεταξά, στο σπίτι του στην Κηφισιά.

Η Ιταλία απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Βασιλείου της Ελλάδος, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του, στη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική.

Μετά την ανάγνωση του κειμένου ο Μεταξάς έστρεψε το βλέμμα του στον Ιταλό Πρέσβη και του απάντησε στα γαλλικά με την ιστορική φράση: «Alors, c’est la guerre», (δηλαδή, Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο), απαντώντας έτσι αρνητικά στο αίτημα των Ιταλών.

O ίδιος ο Γκράτσι στα απομνημονεύματά του, που εξέδωσε το 1945, περιγράφει τη σκηνή: «Έχω εντολή κ. πρωθυπουργέ να σας κάνω μία ανακοίνωση και του έδωσα το έγγραφο. Παρακολούθησα την συγκίνηση εις τα χέρια και εις τα μάτια του. Με σταθερή φωνή και βλέποντάς με κατάματα ο Μεταξάς μου είπε: αυτό σημαίνει πόλεμο. Του απήντησα ότι αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί. Μου απήντησε ΟΧΙ. Του πρόσθεσα ότι αν ο στρατηγός Παπάγος…, ο Μεταξάς με διέκοψε και μου είπε: ΟΧΙ!».

Ο Μεταξάς εξέφρασε το συναίσθημα του ελληνικού λαού. Δύο ώρες μετά την παραπάνω επίδοση, ξεκίνησε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος με εισβολή των ιταλικών στρατευμάτων στην Ήπειρο, οπότε η Ελλάδα αμυνόμενη ενεπλάκη στον πόλεμο και έτσι γράφτηκε το έπος του ’40.

Το οριστικό όχι του ελληνικού λαού στη Βασιλεία

Μετά την πτώση της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, υπό το βάρος της Κυπριακής τραγωδίας τον Ιούλιο του 1974 η Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή υιοθέτησε τη Συντακτική Πράξη της 1ης Αυγούστου 1974 και επανέφερε σε ισχύ το Σύνταγμα της 1 Ιανουαρίου 1952, χωρίς τις θεμελιώδεις διατάξεις, δηλαδή αυτές που αφορούσαν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος ως Βασιλευομένης Δημοκρατίας.

Η αναστολή των διατάξεων περί Αρχηγού Κράτους θα κρινόταν με δημοψήφισμα, που θα γινόταν εν καιρώ. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, είχε πει στον τέως βασιλιά Κωνσταντίνο, ότι θα του τηλεφωνήσει μόλις επέστρεφε στην Ελλάδα και σταθεροποιούσε την κατάσταση. Ένα τηλεφώνημα που φυσικά δεν έγινε ποτέ.

Αντίθετα προχώρησε σε δημοψήφισμα, στις 8 Δεκεμβρίου 1974, χωρίς ο ίδιος να εκφράσει προσωπική άποψη για να μην επηρεάσει τη βούληση του ελληνικού λαού.

Η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, επέλεξε την Αβασίλευτη Δημοκρατία με ποσοστό 69,2%.

Η απόφαση αυτή έκρινε δύο ζητήματα:

Σε θεσμικό επίπεδο τον τρόπο ανάδειξης του αρχηγού του κράτους (αιρετός και όχι κληρονομικός) και σε πολιτικό επίπεδο τη μη επιστροφή του Βασιλιά Κωνσταντίνου, ο οποίος βρισκόταν εκτός Ελλάδος από τις 13 Δεκεμβρίου 1967, μετά από το αποτυχημένο εγχείρημά του εναντίον των απριλιανών.

Ο Κωνσταντίνος απηύθυνε την επομένη της ψηφοφορίας το ακόλουθο μήνυμα:

«Έλληνες και Ελληνίδες. Πιστός στη διακήρυξή μου, επαναλαμβάνω ότι προέχει η εθνική ενότητα χάριν της ομαλότητας, της προόδου και της ευημερίας της Χώρας και εύχομαι ολόψυχα οι εξελίξεις να δικαιώσουν το αποτέλεσμα που προέκυψε από τη χθεσινή ψηφοφορία»

Δεκατέσσερα χρόνια μετά, το Φεβρουάριο του 1988, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης σε συνέντευξή του στο Λονδίνο δήλωσε ότι, αν και αντιβασιλικός, ο τρόπος με τον οποίο διεξήχθη το δημοψήφισμα ήταν «unfair». Η φράση του αυτή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην Ελλάδα.

Το ΟΧΙ της Κύπρου και του Τ. Παπαδόπουλου στο Σχέδιο Ανάν

Το Σχέδιο Ανάν ήταν σχέδιο που διαμορφώθηκε από τον γενικό γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών Κόφι Ανάν για την συνολική επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Η αρχική του μορφή (το αποκαλούμενο σχέδιο Ανάν Ι) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 11 Νοεμβρίου 2002. Το σχέδιο αφορούσε την αναδιάταξη της Δημοκρατίας της Κύπρου σε μια Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία θα αποτελείται από δύο ομόσπονδα κρατίδια, ένα ελληνοκυπριακό και ένα τουρκοκυπριακό.

Το σχέδιο υποβλήθηκε τον Απρίλιο του 2004 σε δύο ξεχωριστά δημοψηφίσματα, εγκρίθηκε από την τουρκοκυπριακή κοινότητα σε ποσοστό 62%, αλλά απορρίφθηκε από τους Ελληνοκυπρίους, καθώς μόνο 24% το υπερψήφισε.

Στην ιστορία έμεινε η στάση του τότε προέδρου της Κύπρου, Τάσσου Παπαδόπουλου, ο οποίος παρά τις πιέσεις που δέχθηκε από τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία, αντιτάχθηκε στην αποδοχή του σχεδίου.

Σε διάγγελμά του στις 22 Απριλίου 2004, ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος, ζήτησε από τους Κύπριους πολίτες να καταψηφίσουν το Σχέδιο του Γενικού Γραμματέα.

«Παρέλαβα κράτος, δεν θα παραδώσω κοινότητα», είχε πει τότε ο Τάσσος Παπαδόπουλος, καλώντας τον λαό της Κύπρου να μη φοβηθεί και να υπερασπιστεί την ιστορία του.

Το βέτο στο Βουκουρέστι

Τελευταίο όχι, πριν αυτό της Παρασκευής του Γ. Βαρουφάκη, ήταν η στάση της Ελλάδας στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ το 2008, επί κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή.

Η ΠΓΔΜ είχε εκφράσει από καιρό την πρόθεσή της για να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Εκκρεμούσε όμως το πρόβλημα της ονομασίας της που προέβαλε η ελληνική πλευρά και το οποίο δεν είχε λυθεί παρά τις διαπραγματεύσεις που είχαν πραγματοποιηθεί τις προηγούμενες ημέρες υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Η ελληνική κυβέρνηση είχε δηλώσει πριν από τη σύνοδο κορυφής την πρόθεσή της να ασκήσει βέτο στην ένταξη της ΠΓΔΜ.

Παρά τις πιέσεις των ΗΠΑ ο Έλληνας πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής στο επίσημο δείπνο εργασίας της πρώτης ημέρας της συνόδου ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να δεχτεί την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ από τη στιγμή που δεν έχει εξευρεθεί αμοιβαία αποδεκτή λύση και ότι οποιαδήποτε λύση βρεθεί θα πρέπει να έχει την έγκριση από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και να είναι μόνιμη και όχι προσωρινή. Την ελληνική θέση στήριξε η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Γερμανία και η Γαλλία. Την αντίθεσή τους στη στάση της Ελλάδας έδειξαν οι ΗΠΑ, η Τουρκία, η Σλοβενία, η Τσεχία, η Εσθονία και η Λιθουανία ενώ οι υπόλοιπες χώρες κράτησαν σχετικά ουδέτερη στάση.

Η σταθερή θέση της Ελλάδας, προκάλεσε αντιδράσεις με τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους, να εκφράζει τη λύπει του και τον τότε ΥΠΕΞ των Σκοπίων, Α. Μιλόσοσκι να δηλώνει ότι οποιαδήποτε μελλοντική αποσταθεροποίηση στην περιοχή θα είναι απότοκος της στάσης της Ελλάδας.

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button
Close
Close