STORIES

Η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, την 1η Δεκεμβρίου 1913



Ήταν Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 1913. Η Κρήτη ολόκληρη γιόρταζε την επιστροφή της στο «σώμα» της Ελλάδας. Αιώνες σκλαβιάς, επαναστάσεις, ποταμοί αίματος, χιλιάδες άνθρωποι αυτοθυσία στο βωμό της ελευθερίας… Η ιστορία γύριζε σελίδα. Το νησί, μετά και την 15ετή περίοδο «αυτονομίας», που εγκαθιδρύθηκε μετά την επανάσταση του 1897 και τις φοβερές σφαγές των χριστιανών του Ηρακλείου, στις 25 Αυγούστου 1898 (η αυτόνομη Κρητική Πολιτεία ήταν, στην ουσία, μορφή διεθνούς κατοχής, ταυτόχρονα με ζωντανή την επικυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, για ένα μεγάλο διάστημα), ενωνόταν με την Ελλάδα.



Την πρώτη ημέρα του Δεκεμβρίου του 1913 υψώθηκε στο φρούριο του Φιρκά, στα Χανιά, η ελληνική σημαία, παρουσία του βασιλιά της Ελλάδας Κωνσταντίνου, του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και της πολιτικής ηγεσίας της Κρήτης. Η Κρήτη ήταν πλέον τμήμα της ελληνικής επικράτειας. Στην ουσία η ένωση είχε επιτευχθεί νωρίτερα, αφού με τους αγώνες τους οι Κρήτες, ακόμη και στη διάρκεια της Κρητικής Πολιτείας, είχαν απαιτήσει την ένωση και μόνο. Δεν βολεύονταν με τον «αρραβώνα» της αυτονομίας, όπως χαρακτήριζαν την 15ετία 1898-1913.



Οι επαναστάτες του 19ου αιώνα έγραφαν στις σημαίες τους «Ένωσις ή Θάνατος». Δεν αρκούσε η εκδίωξη των τουρκικών στρατευμάτων. Ούτε φυσικά η αντικατάστασή τους από τις διεθνείς εγγυήτριες ή προστάτιδες δυνάμεις, Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία, Ιταλία. Ακόμη και με τον παλιό συναγωνιστή τους, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, συγκρούστηκαν οι Κρητικοί για να επιβάλουν την ένωση. Η πρώτη φορά ήταν όταν εκείνος, πρωθυπουργός πλέον της Ελλάδας, έλεγε το βράδυ της 11ης Νοεμβρίου 1911 ότι όσο θα ήταν πρωθυπουργός δεν θα έμπαιναν οι Κρήτες στη βουλή. Δεν θα γινόταν, με άλλα λόγια η ένωση… Είχε προηγηθεί η απόφαση των συμπατριωτών του να επιβάλουν ντε φάκτο την ένωση, με το να στείλουν αντιπροσωπεία στο ελληνικό κοινοβούλιο. Ο Βενιζέλος, με αδύναμο στρατό, διαλυμένο κράτος, δεχόταν τις απειλές και τις πιέσεις των διεθνών δυνάμεων και της ίδιας της Τουρκίας. Τότε, όπως παρουσιάσαμε πρόσφατα, οι Κρήτες πληρεξούσιοι συνελήφθησαν από τις ΜΕΔ και κρατήθηκαν στο πλοίο που θα τους πήγαινε από τη Σούδα στον Πειραιά. Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάιο, οι Κρήτες έφτασαν μέχρι τη βουλή, αλλά ο Βενιζέλος έστειλε το στρατό και τους χτύπησε, μαζί και τους χιλιάδες Αθηναίους που ζητούσαν την ένωση…

Μετά όμως από συγκρούσεις 11 μηνών, ο Βενιζέλος, από το ίδιο βήμα της βουλής, καλωσόριζε την 1η Οκτωβρίου 1912 τους Κρήτες στο εθνικό κοινοβούλιο. Τότε πλέον δεν τον ένοιαζαν οι πιέσεις των μεγάλων δυνάμεων ή της Τουρκίας, αφού είχε ήδη κηρύξει τον πόλεμο στη γείτονα και ξεκινούσαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Όμως για τη διεθνή κοινότητα το πρόβλημα της ένωσης δεν είχε λήξει ακόμη.

Η οριστική αποκατάσταση του εθνικού θέματος για την Κρήτη ήλθε στα τέλη της άνοιξης του επόμενου χρόνου, του 1913, με τη συμφωνία του Λονδίνου, την οποία επικύρωσαν την ίδια χρονιά οι συμφωνίες του Βουκουρεστίου, τον Αύγουστο, και της Αθήνας, το Νοέμβριο.

Με τον τρόπο αυτό δικαιωνόταν ο προαιώνιος, όπως αναφερόταν στα ψηφίσματα όλων των κρητικών συνελεύσεων της περιόδου της Κρητικής Πολιτείας, πόθος των Κρητών για την ένωση. Οι Κρήτες σε όλες τις επαναστάσεις και τους αγώνες τους, ιδιαίτερα στη διάρκεια του 19ου αιώνα, έθεταν το στόχο της ένωσης. Το σύνθημα των Ελλήνων επαναστατών «Ελευθερία ή Θάνατος» οι Κρήτες επαναστάτες το μετέτρεψαν σε πιο προωθημένο αίτημα: «Ένωσις ή Θάνατος». Και το αποτύπωσαν στα λάβαρα των αγώνων. Με αυτό το σύνθημα ήθελαν να δείξουν ότι για τη σκλαβωμένη, εδώ και αιώνες Κρήτη δεν αρκούσε να ελευθερωθεί, αλλά να ενωθεί με την Ελλάδα.

Η ιστορία των κρητικών αγώνων του 19ου αιώνα και οι πολιτικές – και όχι μόνο- προσπάθειες των Κρητικών στη διάρκεια της Κρητικής Πολιτείας για την ένωση, αποτελούν την καλύτερη απάντηση στις ελαφρές κουβέντες, που κατά καιρούς (και στη σημερινή συγκυρία) ακούγονται περί «αυτονομίας» ή «δημοψηφίσματος» με αφορμή τα 100 χρόνια από την ένωση.

Η ένωση της Κρήτης, αντιθέτως από όσα πολλοί πιστεύουν ή διασπείρουν σήμερα, δεν επήλθε με καμιά ιδιαίτερη συμφωνία που να προβλέπει όρους ή περιορισμένο χρόνο ένταξης στην ελληνική επικράτεια. Στο πλαίσιο της συμφωνίας του Λονδίνου, η οποία υπεγράφη στις 30 Μαΐου 1913 (17 Μαΐου με το παλιό ημερολόγιο) με το τέλος των βαλκανικών πολέμων, σε ένα και μόνο άρθρο αναφερόταν ότι ο σουλτάνος δήλωνε παραίτηση, υπέρ των συμμάχων βαλκανικών δυνάμεων, από κάθε δικαίωμα επί της Κρήτης. Και οι δυνάμεις φυσικά δεν αξίωναν κυριαρχία ή άλλη διεκδίκηση επί της Κρήτης, με φυσική εξέλιξη να γίνει αυτό που πάντα στόχευαν οι Κρήτες αλλά και οι Έλληνες. Με νομικά μέσα η Κρήτη έγινε μέρος του ελληνικού κράτους, με αποφάσεις μόνο της ελληνικής πλευράς, για την προσαρμογή της νομοθεσίας που θα ίσχυε και στο νησί.

Η αναφορά στο άρθρο 4 της συμφωνία του Λονδίνου ήταν απλή: «Ο Σουλτάνος παραιτείται πάντων ων εκέκτητο επί της νήσου Κρήτης και εκχωρεί στην εύνοιαν των συμμάχων ηγεμόνων όλα τα δικαιώματα της κυριαρχίας και όλα τα άλλα δικαιώματα που κατείχε σε εκείνο το νησί».

Αυτή είναι η ιστορική συμφωνία που απελευθέρωνε οριστικά την Κρήτη από κάθε σχέση με την Τουρκία. Η Συνθήκη του Λονδίνου επιβεβαιώθηκε στις 10 Αυγούστου του 1913 με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου καθώς με και την ιδιαίτερη συνθήκη Ελλάδας – Τουρκίας, στην οποία ο σουλτάνος δήλωνε και πάλι ότι παραιτείται από τα δικαιώματα που κατείχε στην Κρήτη, υπέρ της Ελλάδας.

Η πρακτική διαδικασία της ένωσης, στη συνέχεια, έγινε με πολύ απλό τρόπο: η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στη λήψη μέτρων αφομοίωσης των υπηρεσιών και του συστήματος διοίκησης του νησιού και το Νοέμβριο απηύθηνε διακοίνωση στις δυνάμεις με την οποία έκανε γνωστό ότι θεωρεί καταργηθέντα τα δικαιώματα τους επί της Κρήτης και άλλων περιοχών που επέστρεφαν στην Ελλάδα με τις διεθνείς συμβάσεις. Κι αυτό γιατί από τη συμφωνία του Λονδίνου ο σουλτάνος παραχωρούσε την Κρήτη στις δυνάμεις και όχι στην Ελλάδα. Οι δυνάμεις συμφώνησαν στο νέο καθεστώς που είχε διαμορφωθεί ήδη, με την απάντηση ότι «έλαβον γνώσιν της ειρημένης διακοινώσεως της ελληνικής κυβερνήσεως».

Το Κρητικό Ζήτημα τον 19ο αιώνα

To Kρητικό Ζήτημα, που σχετιζόταν με την ανοικτή υπόθεση της απελευθέρωσης της Κρήτης και της ένωσής της με την Ελλάδα, έβρισκε πλέον οριστικά τη λύση του.

Πάντως το Κρητικό Ζήτημα δεν ήταν κάτι καινούργιο για την διεθνή διπλωματία, την οποία απασχόλησε αμέσως μετά την επανάσταση του 1821.

Οι Κρητικοί ξεσηκώθηκαν κατά των Τούρκων κατακτητών, αμέσως μετά το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης, οδηγούμενοι σε νέους αιματηρούς αγώνες, που δεν έφεραν αποτέλεσμα σε σχέση με τους στόχους που είχαν τεθεί. Κατάφεραν όμως οι επαναστατημένοι Κρήτες να διεθνοποιήσουν το πρόβλημα και να αρχίσει σ’ ευρωπαϊκό επίπεδο, να γίνεται η πρώτη συζήτηση για την ένωση.

Για πρώτη φορά το θέμα της ένωσης τέθηκε στο πλαίσιο της διάσκεψης που έγινε στο Λονδίνο το 1830, η οποία διακήρυξε την πολιτική ανεξαρτησία της Ελλάδας, πράξη η οποία συνιστούσε διεθνή αναγνώριση του ελληνικού κράτους, και κατά συνέπεια την ίδρυση και την έναρξη της ύπαρξής του από την άποψη της διεθνούς κοινότητας. Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, που υπεγράφη στις 3 Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς, άφησε εκτός ελληνικών ορίων την Κρήτη και φυσικά μια σειρά από ελληνικές περιοχές, όπως ένα μεγάλο τμήμα της Στερεάς Ελλάδας.

Αυτή ήταν μια πρώτη αφορμή διεθνοποίησης, καθώς υπήρξαν διαμαρτυρίες για την άδικη αντιμετώπιση έναντι της Κρήτης, την οποία οι τότε μεγάλες δυνάμεις καταδίκασαν σε συνέχιση της τουρκικής κατοχής. Οι διαμαρτυρίες αυτές δεν ήταν μόνο από την πλευρά της Ελλάδας και της Κρήτης, αλλά εκδηλώθηκαν και στα κοινοβούλια των δυνάμεων, όπως της Γαλλίας και της Αγγλίας. Ο Γκιζώ, ο Πάλμεστρον, ο Θιέρσος, επιφανείς κοινοβουλευτικοί των χωρών τους, έθεσαν το ζήτημα της ένωσης. Ο Θιέρσος τόνιζε ότι “εάν η Ελλάς δεν ενισχυθή δια των Ιονίων νήσων και της Κρήτης, δεν θα δυνηθή να αποβή κράτος άξιον του ονόματός και ικανόν να διατηρήση την ανεξαρτησίαν του”. Ο Πάλμεστρον δήλωνε, ταυτόχρονα, ότι “η εγκατάλειψις της Κρήτης εις την Τουρκίαν αποτελεί αδικίαν, διότι η ανεξαρτησία και η άμυνα της Ελλάδος εξηρτώντο εκ της νήσου ταύτης”. Η Γαλλία, μάλιστα, με τον πιο επίσημο τρόπο, δια του βασιλιά Κάρολου Ι’ πρότεινε τον Ιούνιο του 1830 στις ευρωπαϊκές αυλές να εξαγοράσουν την Κρήτη από το σουλτάνο έναντι σαράντα εκατομμυρίων γροσίων και στη συνέχεια να την προσαρτήσουν στην Ελλάδα. Τελικά, αντί αυτού, η Τουρκία πούλησε την Κρήτη στην Αίγυπτο…

Την προσάρτηση της Κρήτης στην Ελλάδα είχε ζητήσει και ο Καποδίστριας με διακοίνωση προς τους αντιπροσώπους των δυνάμεων, το Σεπτέμβριο του 1828. Οι αντιπρόσωποι είχαν απαντήσει απλώς ότι θα θεωρήσουν καθήκον τους να εκθέσουν τα δίκαια της Κρήτης, αλλά και της Σάμου, στις σύμμαχες κυβερνήσεις.

Από την περίοδο εκείνη και μετά ήταν σαφές, τόσο για τους αγωνιζόμενους κατά των κατακτητών Κρήτες όσο και για τη διεθνή διπλωματία και τους ευρωπαϊκούς λαούς ότι η Κρήτη είχε το στόχο της Ένωσης, που ήλθε πολλά χρόνια αργότερα.

Στο πλαίσιο του σημερινού αφιερώματος θα παρουσιάσουμε το ρεπορτάζ της «Εστίας» από τις εκδηλώσεις για την ένωση της Κρήτης, ένα κείμενο της Ρεθυμνιώτισσας πρωτοπόρου του γυναικείου κινήματος Καλλιρρόης Παρρέν που δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα των Κυριών», που εξέδιδε η ίδια, στο τεύχος 15-30 Νοεμβρίου 1913 (φυσικά η εφημερίδα είχε εκδοθεί μετά την 1η Δεκεμβρίου, αλλά προφανώς η ημερομηνία που αναγραφόταν σχετιζόταν με τα γεγονότα του δευτέρου δεκαπενθημέρου του Νοεμβρίου που φιλοξενήθηκαν σ’ αυτήν). Επίσης παρουσιάζουμε σπάνιες φωτογραφίες από τις εκδηλώσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1913 στα Χανιά, οι οποίες είχαν επίσης δημοσιευτεί στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας της Καλλιρρόης Παρρέν.

Back to top button
Close
Close