STORIES

Οι αμφιλεγόμενες βραβεύσεις των Νόμπελ Ειρήνης

Η Επιτροπή των Νόμπελ έχει κατά καιρούς προβεί σε κάποιες σωστές επιλογές: ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός (1944), ο Γερμανός γιατρός Άλμπερτ Σβάιτσερ (1952), ο πάστορας Μάρτιν Λούθερ Κινγκ (1964), η Μητέρα Τερέζα (1979) και η Βιρμανή πολιτικός Αούνγκ Σαν Σούου Κίι (1991) και ο Νέλσον Μαντέλα (1993) άξιζαν όντως να λάβουν το βραβείο αυτό, καθώς αφιέρωσαν όλη τους τη ζωή σε ανθρωπιστικά ζητήματα.

Ωστόσο, η επιτροπή των Νόμπελ δεν έχει το αλάθητο του… Πάπα και κατά καιρούς έχει υποπέσει σε σημαντικά ατοπήματα, με σημαντικότερο όλων ότι το βραβείο Ειρήνης δεν δόθηκε ποτέ στον Μαχάτμα Γκάντι, παρ’ ότι ήταν υποψήφιος το 1937, το 1938, το 1939, το 1947 και το 1948.

Ακολουθούν έξι περιπτώσεις τιμηθέντων με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, για τις οποίες η επιτροπή δέχτηκε –δίκαιη ή άδικη- οξεία κριτική πανταχόθεν:

Χένρι Κίσινγκερ, 1973: Ο άνθρωπος που ως σύμβουλος εθνικής ασφαλείας επί προεδρίας Ρίτσαρντ Νίξον υπεραμύνθηκε των βομβαρδισμών της Καμπότζης και στήριξε στρατιωτικά πραξικοπήματα στην Ινδονησία, στη Χιλή και στην Αργεντινή, τιμήθηκε το 1973 με Νόμπελ Ειρήνης, για τις «προσπάθειές του να σταματήσει τον πόλεμο στο Βιετνάμ».



Έναν πόλεμο όμως που ουδέποτε σταμάτησε, καθώς οι συρράξεις συνεχίστηκαν με αμείωτο ρυθμό μέχρι το… 1975 όταν κι έληξε με την κατάληψη της Σαϊγκόν από τους Βορειοβιετναμέζους. Η βράβευση του είχε ως αποτέλεσμα να παραιτηθούν δύο μέλη της Επιτροπής των Νόμπελ, ενώ ο ηγέτης του Β. Βιετνάμ, Λε Ντουκ Θο, που τιμήθηκε μαζί του, αρνήθηκε να παραλάβει το βραβείο.

Γιτζάκ Ράμπιν, Σιμόν Πέρες και Γιασέρ Αραφάτ, 1994: Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Ράμπιν, ο υπουργός Εξωτερικών του και ο Παλαιστίνιος Ηγέτης τιμήθηκαν το 1994 με το Νόμπελ Ειρήνης «για το ρόλο τους στις ειρηνευτικές συνομιλίες ανάμεσα σε Ισραηλινούς και Παλαιστινίους».

Το μέλλον βέβαια τους διέψευσε, καθώς στην πορεία ναυάγησε η προσπάθεια του προέδρου Κλίντον στο Καμπ Ντέιβιντ. Κυρίως, όμως μέλη της Επιτροπής των Νόμπελ διαφώνησαν με την επιλογή των τριών αυτών προσώπων, υποστηρίζοντας πως ο μεν Αραφάτ υπήρξε ένας «τρομοκράτης», κατηγορώντας τον ως τον ιθύνοντα νου πίσω απ’ τις τρομοκρατικές επιθέσεις στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972 και την πειρατεία στο κρουαζιερόπλοιο Ακίλε Λάουρο το 1985, ενώ ο Ράμπιν εξεδίωξε όλους τους Άραβες από τις περιοχές που κατέλαβε το Ισραήλ στον πόλεμο του 1948 και ως υπουργός Άμυνας ήταν υπεύθυνος για την αιματηρή καταστολή της πρώτης Ιντιφάντα το 1987.

Μπαράκ Ομπάμα, 2009: περισσότερο Νόμπελ Διπλωματίας, παρά Ειρήνης ήταν το βραβείο που απονεμήθηκε στον, τότε, νέο πρόεδρο των ΗΠΑ. Και για ποιο λόγο να το αξίζει, άλλωστε; Βρισκόταν στον θώκο του μόλις εννέα μήνες και δεν είχε προβεί σε καμία απολύτως φιλειρηνική πράξη που να δικαιώνει την επιλογή του.

Ο ίδιος δήλωσε πως δεν αξίζει να λάβει το Νόμπελ και το μέλλον τον… δικαίωσε, καθώς εδώ και πέντε χρόνια στηρίζει μια πρακτική εκκαθαρίσεων στη Μέση Ανατολή, δολοφονώντας ακόμη και αμάχους με τη χρήση drones (μη επανδρωμένων τηλεκατευθυνόμενων αεροσκαφών).

Λιου Σιάομπο, 2010: το Νόμπελ Ειρήνης 2010 απονεμήθηκε στον 54χρονο Κινέζο κριτικό λογοτεχνίας, συγγραφέα και υπέρμαχο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Λιου Σιάομπο «για τη μακρόχρονη και μη βίαιη πάλη του για τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα στην Κίνα». Ο Σιάομπο, πρωτεργάτης των κινητοποιήσεων στην πλατεία Τιενανμέν το 1989, ήταν ο πρώτος Κινέζος πολίτης που λαμβάνει βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.

Το ίδιο το Πεκίνο, λίγες μέρες πριν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, είχε εκδηλώσει προς την Επιτροπή την αντίθεσή της στην ενδεχόμενη βράβευση του Σιάομπο, ενώ το ήδη τεταμένο κλίμα οξύνθηκε περαιτέρω από τη δήλωση του γνωστού κινέζου αντιφρονούντα Ουέι Τζινσένγκ, ο οποίος, από τις ΗΠΑ όπου βρίσκεται εξόριστος, επέκρινε τη βράβευση του Σιάομπο δηλώνοντας ότι ο συγγραφέας δεν είναι ενάντιος, αλλά συνεργός του Πεκίνου, καθώς συνεργάζεται με το κομμουνιστικό καθεστώς.

Κορντέλ Χαλ, 1945: ο νικητής του Νόμπελ Ειρήνης του 1945, αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών επί προεδρίας Φρανκλίνου Ρούσβελτ, τιμήθηκε μεν για τον εξέχοντα ρόλο του στην ίδρυση του ΟΗΕ, αλλά ο ίδιος ο Χαλ είχε ένα σκιώδες παρελθόν: το 1939 ως υπουργός Εξωτερικών απείλησε τον Ρούσβελτ ότι δεν θα τον στήριζε στις εκλογές της επόμενης χρονιάς, αν δεχόταν πλοίο που ερχόταν από το Αμβούργο με 936 Εβραίους-θύματα των ναζιστικών διώξεων που ζητούσαν πολιτικό άσυλο.

Η είσοδος του πλοίου στις ΗΠΑ, εν τέλει, απαγορεύτηκε και με την επιστροφή του καραβιού στην Ευρώπη, σχεδόν οι μισοί από τους επιβάτες του κατέληξαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και κάηκαν στους φούρνους τους.

Τέλος, άξια αναφοράς είναι η τελευταία φορά που η επιτροπή των βραβείων έκανε μεν τη  σωστή επιλογή, αλλά στην πορεία επικρίθηκε από τον ίδιο τον Αδόλφο Χίτλερ.  Το 1935 ο Γερμανός Καρλ φον Οσιέτσκι, ένας δημοσιογράφος, ειρηνιστής και σφοδρός επικριτής του Χίτλερ, τιμήθηκε με το Νομπέλ Ειρήνης.

Το ναζιστικό καθεστώς δεν κατόρθωσε να αποτρέψει την βράβευση του, ωστόσο αρνήθηκε να του επιτρέψει να ταξιδέψει στο Όσλο προκειμένου να παραλάβει το βραβείο του. Σε μια πρωτοφανή κίνηση πολιτικής ανυπακοής, ο Οσιέτσκι εξέδωσε μία ανακοίνωση από το νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν με φυματίωση, αναφέροντας ότι διαφωνούσε με τις αρχές που ανακοίνωσαν ότι η αποδοχή του βραβείου θα τον έθετε «εκτός της γερμανικής κοινωνίας».

«Μετά από πολύ σκέψη, αποφάσισα να δεχτώ το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης που μου απονεμήθηκε. Δεν συμφωνώ με την άποψη των αντιπροσώπων των μυστικών υπηρεσιών της χώρας μου ότι η ενέργεια μου αυτή θα με θέσει εκτός της γερμανικής κοινωνίας. Το Νόμπελ Ειρήνης δεν αποτελεί δείγμα πολιτικής διαμάχης στο εσωτερικό ενός κράτους, αλλά [δείγμα] κατανόησης μεταξύ των ανθρώπων.

Σαν λήπτης του βραβείου, θα κάνω ότι καλύτερο μπορώ προκειμένου να ενθαρρύνω την κατανόηση αυτή και σαν Γερμανός θα έχω πάντα στο μυαλό μου τα εύλογα συμφέροντα της πατρίδας μου στην Ευρώπη», έλεγε η ανακοίνωση του Οσιέτσκι, που πέθανε τελικά από την αρρώστια αυτή το 1938. Είναι η τελευταία φορά που το Νόμπελ Ειρήνης δεν απονεμήθηκε ποτέ.

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button
Close
Close