LIFE

Η «ελεύθερη» τηλεόραση σε ελεύθερη πτώση – Σε άνοδο τα συνδρομητικά

Οι χαμηλές πτήσεις τηλεθέασης εκπομπών που μέχρι πρότινος θεωρούνταν «σιγουράκια», αλλά και εκείνων που πολυδιαφημίστηκαν ως «φρέσκια» πρόταση σχετίζονται με την ολοένα αυξανόμενη συρρίκνωση του τηλεοπτικού κοινού - Οι πρόσκαιρες αναλαμπές τηλεθέασης με «Big Brother» και GNTM ερμηνεύονται ως επιθανάτιος ρόγχος.

Τα νέα για τη φετινή (εσπευσμένη λόγω πανδημίας) έναρξη της τηλεοπτικής σεζόν αναγγέλθηκαν με πανηγυρικές ιαχές. Το πρόγραμμα-κουνέλι βγήκε από το καπέλο, τα ριάλιτι κατέκλυσαν τις οθόνες, οι παρουσιαστές ειδήσεων κάθισαν στα παράθυρα, οι φρεσκοβαμμένες bimbos έκαναν σταυροπόδι στους καναπέδες, τα σίριαλ εντάχθηκαν στο prime time, τα μηχανάκια της AGB βγήκαν από το ρελαντί.

Ολοι και όλα είναι στη θέση τους, πλην ενός: του τηλεθεατή, που όσο τα κανάλια χτυπιούνται στη μάχη της τηλεθέασης εκείνος πατάει στο Netflix την επιλογή «επόμενο επεισόδιο».

caffeine adv2020b

Και γι’ αυτό δεν φταίει καθόλου το περιεχόμενο του προγράμματος. Ούτε η λανθασμένη ώρα προβολής των εκπομπών. Ούτε καν οι παρωχημένοι και νεόκοποι παρουσιαστές. Ούτε το -χαμηλό- επίπεδο σκληροπυρηνικών ριάλιτι που ανασύρθηκαν από το χρονοντούλαπο. Ούτε καν ο τρόπος μετάδοσης των δελτίων ειδήσεων. Οι χαμηλές πτήσεις τηλεθέασης εκπομπών που μέχρι πρότινος θεωρούνταν «σιγουράκια», αλλά και εκείνων που πολυδιαφημίστηκαν ως «φρέσκια» πρόταση σχετίζονται με έναν και μόνο λόγο: στην ολοένα αυξανόμενη συρρίκνωση του τηλεοπτικού κοινού.

Για την ακρίβεια, του κοινού εκείνου που θα κάτσει στον καναπέ του μια συγκεκριμένη ώρα για να δει τι φοράει η Φαίη Σκορδά, πόσο βούτυρο βάζει στο φαγητό η Αργυρώ Μπαρμπαρίγου και τι είδηση (την ποια;;;) θα βγάλει το δελτίο. Το Internet, οι υπηρεσίες streaming, η συνδρομητική τηλεόραση, το περιεχόμενο κατ’ απαίτηση (on demand), αλλά κυρίως το θαυματουργό έξυπνο κινητό μας που βρίσκεται σχεδόν αλυσοδεμένο πάνω μας έστειλαν την παραδοσιακή συμβατική τηλεόραση στην Εντατική σε κρίσιμη κατάσταση.

neratzoulis neo

Οι πρόσκαιρες αναλαμπές τηλεθέασης, δε, με προγράμματα τύπου «Big Brother» και GNTM, δεν ερμηνεύονται ως ευοίωνα σημάδια σωτηρίας, αλλά ως επιθανάτιος ρόγχος. Και αυτό δεν είναι αυθαίρετο συμπέρασμα, ούτε προσωπική άποψη, αλλά απλοί αριθμοί, ολοστρόγγυλοι, πραγματικοί και αμείλικτοι, αντίστοιχοι με αυτούς του κόστους προγράμματος ελληνικού καναλιού – από 20 έως 50 εκατ. ετησίως, όσα δηλαδή χρειάζεται να δαπανήσει ο καθένας από τους 6 τηλεοπτικούς παίκτες της εγχώριας ιδιωτικής τηλεόρασης για να φτιάξει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα infotainment.

Ενα πρόγραμμα δηλαδή με συνδυασμό ενημερωτικών (Info) και ψυχαγωγικών (entertainment) εκπομπών, όπου οι μεν ενημερωτικές θα προσδώσουν κύρος και βαρύτητα στο προφίλ του καναλιού, οι δε ψυχαγωγικές τηλεθέαση – και τα δύο απαραίτητες προϋποθέσεις προσέλκυσης διαφήμισης.

Ποιος περιμένει όμως σήμερα την τηλεόραση για να ενημερωθεί όταν το Διαδίκτυο του προσφέρει πλήρη πρόσβαση στην είδηση σε πραγματικό χρόνο και όχι σε ανασκόπηση; Και ποιος εντέλει από το δυναμικό κοινό στο οποίο στοχεύει η αγορά θεωρεί ψυχαγωγία μία παρωχημένη εκπομπή που διακόπτεται κάθε 5 λεπτά για διαφημίσεις όταν μπορεί από τη στάση του λεωφορείου μέχρι το κρεβάτι του να δει μια ολόκληρη σειρά από το αγαπημένο του σίριαλ στο Netflix; Η ερώτηση είναι ρητορική.

Κλειστή TV, ανοιχτό κινητό

Φέτος, για πρώτη φορά στα τηλεοπτικά χρονικά της δεκαετίας, η τηλεοπτική σεζόν ξεκίνησε πριν καν έρθουν τα φθινοπωρινά πρωτοβρόχια, αφού ο περιορισμός των κοινωνικών συναθροίσεων εν όψει πανδημίας δημιούργησε ευνοϊκότερες συνθήκες για πρόωρο μάζεμα στο σπίτι και διασκέδαση μέσω τηλοψίας. Ηδη στο lockdown οι μετρήσεις τηλεθέασης κατέδειξαν άνοδο κυρίως στα δελτία ειδήσεων, κάτι όμως αναμενόμενο λόγω της πρωτοφανούς παγκόσμιας επιδημιολογικής κρίσης που αύξησε το ενδιαφέρον του κοινού για συστηματική ενημέρωση.

Με το άνοιγμα της σεζόν, όμως, τα μηνύματα δεν ήταν το ίδιο ενθαρρυντικά. Αρκεί μόνο να αναφέρουμε ότι την προηγούμενη Δευτέρα, για παράδειγμα, ο αριθμός των τηλεθεατών που είδαν στο σύνολό τους όλα τα δελτία ειδήσεων μαζί ήταν 2,1 εκατομμύρια. Την ίδια στιγμή, η επισκεψιμότητα σε ένα μόνο -έστω κορυφαίο- ενημερωτικό site ήταν 1,3 εκατομμύρια μοναδικοί αναγνώστες.

Ενα site δηλαδή συγκέντρωσε τους μισούς απ’ όσους είδαν όλα τα δελτία μαζί – ή 2,5 φορές περισσότεροι από το πρώτο σε τηλεθέαση δελτίο. Σημειωτέον ότι οι μετρήσεις στο Διαδίκτυο δεν γίνονται με στατιστικά μερίδια και πληθυσμιακά ποσοστά, αλλά με πραγματικές μετρήσεις επισκεψιμότητας, μία προς μία. Αντιθέτως, οι δείκτες τηλεθέασης στηρίζονται σε δείγμα από περίπου 2.000 μηχανάκια μέτρησης της AGB πανελλαδικώς, που βάσει του πληθυσμού υπολογίζονται ποσοστιαία και τα τηλεμερίδια.

Στην πρώτη περίπτωση δηλαδή υπάρχουν πραγματικοί αριθμοί, στη δεύτερη δείκτες και στατιστικές. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι το δείγμα είναι αρκούντως αντιπροσωπευτικό, η σύγκριση μεταξύ τηλεόρασης και Διαδικτύου ως προς την ενημερωτική δύναμη του κάθε Μέσου βαραίνει σαφώς και ξεκάθαρα προς το δεύτερο, αφού πλέον όλοι μας μέσω του κινητού, όπου και να είμαστε και ανά πάσα στιγμή, έχουμε πρόσβαση στην ενημέρωση σε πραγματικό χρόνο. Το να περιμένεις το βράδυ την ώρα του δελτίου για να δεις τι συνέβη σήμερα είναι μια συνήθεια που αφορά αποκλειστικά περασμένες γενιές, άνω των 70 ετών, χωρίς τεχνολογική εξοικείωση και χωρίς διαφημιστικό ενδιαφέρον ούτως ή άλλως.

Τα πράγματα όμως δεν είναι καλύτερα και στο κομμάτι της ψυχαγωγίας. Ισως είναι και χειρότερα, αφού 2-3 τηλεοπτικά hits δεν αποτελούν κανόνα, αλλά εξαίρεση. Η ανάγκη εξεύρεσης λύσεων τηλεοπτικής τόνωσης πολλάκις στο παρελθόν ανάγκασε τα στελέχη των καναλιών να κάνουν αλλαγή πλεύσης βάζοντας σε κίνδυνο ακόμα και τη φυσιογνωμία τους.

Για παράδειγμα ο ΣΚΑΪ, ένας αμιγώς ειδησεογραφικός σταθμός, με εκπομπές κυρίως ενημερωτικές, πολιτικού, οικονομικού και αθλητικού περιεχομένου, τα τελευταία χρόνια όχι απλά στράφηκε στην ψυχαγωγία, αλλά επανέφερε στο προσκήνιο τα ριάλιτι, ένα πείραμα που τελικά λειτούργησε σαν τονωτική ένεση στις τηλεθεάσεις αφού μπήκε στο ζάπινγκ του λεγόμενου δυναμικού κοινού (18-54). Μέσω της συνεργασίας με τον Τούρκο μεγαλοπαραγωγό Ατζούν Ιλιτζαλί, προγράμματα όπως το «Survivor», το «Voice», το «My Style Rocks» και το ανεκδιήγητο «Power of Love» λειτούργησαν ενθαρρυντικά μεν, αλλά η τηλεοπτική τους πορεία έβαινε φθίνουσα.

Η λύση ήταν να επανέλθει ένα ακόμα πιο σκληροπυρηνικό ριάλιτι που έδρεψε δάφνες 20 χρόνια πριν, λειτουργώντας περισσότερο ως κοινωνικό πείραμα και που παρά την επιβίωσή του στα δεδομένα της ψηφιακής εποχής η προβολή του μέσω ενός καναλιού που έχει σημαία τη σοβαρή ενημέρωση εμπεριέχει διαφημιστικούς για το προφίλ του κινδύνους. Το δυναμικό κοινό δείχνει προς στιγμήν την προτίμησή του, αφού στη late night ζώνη κρατά τα σκήπτρα της τηλεθέασης. Ομως το ενδιαφέρον είναι ότι η μεγάλη δυναμική του προκύπτει περισσότερο από το live streaming και λιγότερο από τη συμβατική τηλεόραση.

Στο STAR η συνταγή του ριάλιτι μοντέλων GNTM είναι ήδη δοκιμασμένη και στην τρίτη χρονιά του φέτος, ενώ με την προσθήκη των μοντέλων ανδρών έκανε το απαραίτητο λούστρο. Στον ANT1  οι «Αγριες Μέλισσες» πέρυσι έσωσαν ένα ολόκληρο πρόγραμμα – μένει να δούμε αν θα επαναληφθεί η επιτυχία και φέτος. Ο ALPHA από την πλευρά του πέρασε στην αντεπίθεση επίσης με ένα ριάλιτι, το «Bachelor», που τουλάχιστον στην πρεμιέρα του έκανε συμπαθητικά νούμερα στο δυναμικό κοινό -ίδωμεν-, ευελπιστώντας ταυτόχρονα ότι η ένταξη της Ελεονώρας Μελέτη σε μια νέα ζώνη θα σταματήσει τα σκαμπανεβάσματα και θα βρει τον δρόμο της με ικανοποιητική τηλεθέαση χωρίς τρελές προσδοκίες.

Οσο για το MEGA, φαίνεται ακόμα να χτίζει το προφίλ του με αργά αλλά σταθερά βήματα, ενισχύοντας προς στιγμήν τον τομέα της ενημέρωσης με γυναικείες κυρίως παρουσίες, αλλά και παρουσιάζοντας μια εναλλακτική πρόταση στην παρουσίαση πρωινών εκπομπών επιλέγοντας στο τιμόνι ένα άφθαρτο και φρέσκο πρόσωπο όπως η ηθοποιός Δανάη Μπάρκα.

Τέλος, το OPEN εντάσσει φέτος στο πρόγραμμά του ένα τηλεπαιχνίδι μόδας, το «Style me up», με μια ομάδα ειδικών (μεταξύ αυτών και η Υβόννη Μπόσνιακ) να αναλαμβάνει τη μεταμόρφωση των παικτών, στην παρουσίαση του οποίου θα βρίσκεται η Μαρία Μπακοδήμου. Κατά τα άλλα, η εκπομπή της Κατερίνας Καινούργιου και το σόου «Just the 2 of us» προσεχώς μαζί μας τον Οκτώβριο – άγνωστο πόσοι αγωνιούν γι’ αυτό.

Αρκούν όμως μία, δύο, άντε τρεις πετυχημένες εκπομπές για να αποσβέσουν τα κόστη παραγωγής συνολικά του προγράμματος ενός καναλιού που έχει επενδύσει από 20 (το μικρότερο) έως 50 εκατ. ευρώ το (μεγαλύτερο), δεδομένου ότι το υπόλοιπο πρόγραμμα φλερτάρει με μονοψήφια; Μπορεί μια κερδοφόρα εκπομπή να σηκώσει το βάρος 10 αποτυχημένων;

Το κόστος παραγωγής του «Big Brother» (π.χ. δικαιώματα, λειτουργικά έξοδα, πληρωμές εργαζομένων, σκηνικά κ.τ.λ.) είναι 4 εκατ. ευρώ και, όπως λέγεται, χάρη στις χορηγίες και τις διαφημίσεις (παρά την ακύρωση κάποιων χορηγιών λόγω του περιστατικού με τον παίκτη και τις απαράδεκτες δηλώσεις περί βιασμού), είναι προς στιγμήν κερδοφόρο. Το ίδιο ισχύει και για το έτερο ριάλιτι μόδας, το GNTM, με κόστη ακόμη πιο ακριβά (7 εκατ. ευρώ, όπως ακούγεται) ή το «MasterChef» την προηγούμενη σεζόν, τις «Αγριες Μέλισσες» κ.ά. Από κει και πέρα, όμως, το χάος.

Μέχρι πέρυσι -που δεν ήταν μια καλή χρονιά για την τηλεόραση- μοιράζονταν στο σύνολο των καναλιών περίπου 300 εκατ. ευρώ διαφημιστικά έσοδα, με τη μερίδα του λέοντος να πηγαίνει στους δύο πρώτους (γύρω στα 125 εκατ. ευρώ, τα 70 περίπου στον πρώτο). Από τη συνολική διαφημιστική πίτα των 800 εκατ. ευρώ, η διαφημιστική δαπάνη για την τηλεόραση αντιστοιχεί στο 26%-27%, ενώ 250 εκατ. ευρώ μοιράζονται στο Διαδίκτυο και τα υπόλοιπα σε έντυπα και ραδιόφωνα.

Ειδικά τη φετινή χρονιά, όπου η αγορά λόγω πανδημίας είναι πιο στεγνή και από έρημο λόγω της μεγάλης καταναλωτικής πτώσης, υπολογίζεται ότι τα διαφημιστικά έσοδα θα είναι κατά 20% μειωμένα σε όλα τα Μέσα. Η αλήθεια είναι ότι η ελεύθερη τηλεόραση καταφέρνει ακόμα να απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων, αφού ουσιαστικά 300 εκατ. μοιράζονται μεταξύ 6 παικτών, ενώ τα 250 εκατ. διαφημιστικής δαπάνης που αντιστοιχούν στο Διαδίκτυο -με κορυφαίους την Google, το Facebook, το Twitter και το Tabula- κατακερματίζονται λόγω της ύπαρξης πολλών παικτών.

Αν ακόμα στην Ελλάδα η εκρηκτική δυναμική του Διαδικτύου δεν μεταφράζεται αυτόματα σε διαφημιστικά έσοδα, αφού η ελεύθερη τηλεόραση διατηρεί ακόμα τα πρωτεία, αυτό προφανώς σχετίζεται με συντηρητικές μαρκετίστικες πολιτικές σε μια μικρή αγορά όπου οι πρότερες πελατειακές σχέσεις δημιούργησαν εξαρτήσεις και παιχνίδια λεπτών ισορροπιών. Καμία όμως εξάρτηση, όσο ισχυρή και να είναι, δεν μπορεί να υπερκαλύψει την πραγματικότητα που είναι η εξής μία: ο κόσμος μας είναι πια ψηφιακός.

Δεν χρειάζεται να ξύνει κανείς με τις ώρες το πιγούνι του για να καταλάβει ότι το να απαιτεί από τον άλλον να κάτσει μια συγκεκριμένη ώρα μπροστά στην τηλεόραση όταν μπορεί να δει ό,τι θέλει, όποτε θέλει και απ’ όπου θέλει, απλά, δεν έχει νόημα. Αν σκεφτούμε ότι ο πρώτος από τα κανάλια που κόβει το νήμα σε τηλεθέαση και έσοδα, ο μεγάλος νικητής δηλαδή της κούρσας, είναι στο τέλος της ημέρας ίσα βάρκα ίσα πανιά (άντε και λίγο πάνω, στο καλύτερο σενάριο), αναρωτιέται κανείς προς τι τόσος σαματάς. Παλιότερα το θέμα ήταν γνωστό: γίνομαι καναλάρχης, αποκτώ εξουσία, σφίγγω τα «μπαλάκια» άλλων με εξουσία. Τότε, όμως, υπήρχαν λεφτά.

Ετσι, μοιραία τίθεται το ερώτημα τι ακριβώς επιδιώκουν, τι κάνουν πέντε πολύ πλούσιοι Ελληνες που ξοδεύουν μερικές δεκάδες εκατομμύρια για να συντηρούν έξι κανάλια; Τι ακριβώς «μετράνε»; Γιατί οι εποχές όπου τα κανάλια ανεβοκατέβαζαν κυβερνήσεις ή έπαιρναν μεγάλες δουλειές μέσω επιρροής μάλλον φαίνονται πια μακρινές. Είχαμε ΠΑΣΟΚ, βρε αδερφέ. Και βασικά δεν είχαμε ούτε γρήγορο Διαδίκτυο, ούτε συνδρομητικές τηλεοράσεις, ούτε ψηφιακές πλατφόρμες.

Είχαμε κάτι φραντζόλες-κινητά και φαξ. Σήμερα η ελεύθερη τηλεόραση είναι σαν το φαξ. Οπως περάσαμε από το τρίπτυχο «όχι fax, ναι fax, ποιο φαξ», αντίστοιχα η απορία είναι «ποια τηλεόραση;». Μόνο το 2018, ολόκληρη η ψηφιακή διαφημιστική αγορά στις ΗΠΑ ήταν 30 δισεκατομμύρια μεγαλύτερη από την αντίστοιχη τηλεοπτική. Αν και όχι με τα ίδια αστρονομικά νούμερα, είναι απλά ζήτημα χρόνου να γίνει η μεγάλη στροφή στα ψηφιακά μέσα και στην ελληνική αγορά. Το ερώτημα είναι πώς και έχει αργήσει τόσο πολύ.

Η γενιά της πλατφόρμας

Το 1989 ανέτειλε η ιδιωτική τηλεόραση στην Ελλάδα. Τέρμα πια το μονοπώλιο της ΕΡΤ – το φτερό αετού της ΥΕΝΕΔ είναι ακόμα εφιάλτης για τη γενιά που γεννήθηκε στα 70s. Περάσαμε τέλεια μαζί της με σόου και Ρούλες και Φώσκολο και πρωινάδικα, μετά κολλήσαμε στα βιντεοκλάμπ και μετά ήρθε το «Lost». Το πρώτο σίριαλ που έκανε παγκόσμιο πάταγο και που αν δεν το έβλεπες ήσουν εκτός εποχής, από άλλον πλανήτη. Δεν ήσουν cool.

Εχουν περάσει 15 χρόνια από τότε και έκτοτε, γονείς και παιδιά έχουν Facebook, Twitter, Instagram, τούρμπο λάπτοπ, έξυπνα κινητά, ταμπλέτες και εκατοντάδες sites στο Διαδίκτυο να επιλέγουν για την ενημέρωσή τους, για το χάζι τους, για τα ψώνια τους. Εχουμε επίσης γρήγορο Διαδίκτυο, συνδρομητική τηλεόραση και κυρίως έχουμε Νetflix.

Συγκεκριμένα, το 90% των Ελλήνων χρηστών συνδέεται στο Διαδίκτυο με οποιαδήποτε συχνότητα, το 84% βρίσκεται online καθημερινά, 9 στα 10 νοικοκυριά (87%) έχουν μία σύνδεση στο Διαδίκτυο, το 85% έχει κινητό smartphone και η χρήση mobile Internet κυμαίνεται στο 81%.

Ενας στους δύο περίπου έχει συνδρομητική τηλεόραση, ενώ 4 στα 5 παιδιά, ηλικίας 5 έως 12 ετών, ασχολούνται με το Internet. Κατά μέσο όρο, η ενασχόληση με τον παγκόσμιο ιστό ξεκινά από την ηλικία των 5-6 ετών, ενώ η χρήση είναι σχεδόν καθολική στις ηλικίες 10-12 ετών (έρευνα Focus Bari 2019). Σύμφωνα δε με έρευνα του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Πληροφορικής και Επικοινωνιών Ελλάδας (ΣΕΠΕ), ο μέσος Ελληνας βρίσκεται online 3,5 ώρες την ημέρα, ενώ οι ηλικίες από 15 έως 24 ετών βρίσκονται στο Internet πάνω από 5 ώρες τη μέρα. Τα ποσοστά φθίνουν όσο μεγαλώνουν οι ηλικίες (μόλις το 29% των 65 σερφάρει στο Internet).

Την ίδια στιγμή, οι αυξητικές τάσεις παγκοσμίως των χρηστών συνδρομητικής τηλεόρασης, αλλά και εκείνων των υπηρεσιών streaming από πλατφόρμες όπως το Netflix και η Amazon, είναι απλά θεαματικές. Και όσο αυξάνονται αυτές, τόσο μειώνεται αντίστοιχα το ενδιαφέρον τους για την παραδοσιακή τηλεόραση.

Aπό την έρευνα του 2019 της εταιρείας Simon-Kucher (σύμβουλος επιχειρήσεων) προέκυψε ότι πάνω από τα 2/3 των ερωτηθέντων εγκατέλειψαν τη συμβατική τηλεόραση για το streaming, ενώ όλο και περισσότεροι τηλεθεατές μεγαλύτερης ηλικίας αλλάζουν τις συνήθειές τους, επιλέγοντας μία από τις μεγάλες πλατφόρμες ταινιών και σειρών. Εν ολίγοις, όποιος δοκιμάσει μία φορά την εμπειρία αναγνωρίζει την ποιότητα του προϊόντος και κολλάει. Αν σήμερα πάνω από 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι είναι συνδρομητές υπηρεσιών, μέχρι το 2023 εκτιμάται ότι ο αριθμός τους θα ανέλθει στο 1,24 δισεκατομμύριο.

«Οι χρήστες σε όλο τον κόσμο δεν θέλουν να βλέπουν διαφημίσεις και έτσι αντί να παρακολουθούν ιδιωτικά κανάλια με πολλά διαφημιστικά σποτ προτιμούν το streaming», εξηγεί η επικεφαλής της έρευνας Λίσα Γιέγκερ. Αλλωστε, περίπου με μόλις 10 ευρώ συνδρομή, κερδισμένοι είναι μαζί καταναλωτές και εταιρείες σαν τη Netflix και την Amazon, που έχουν κάθε λόγο να επενδύουν δισ. δολαρίων για δικές τους παραγωγές προϊόντων.

Δεν είναι τυχαίο ότι το παράδειγμά τους ακολούθησαν κι άλλες κορυφαίες εταιρείες, όπως η Disney Plus και η Apple, ενώ τηλεπικοινωνιακοί κολοσσοί όπως η AT&T εξαγοράζουν συνδρομητικά κανάλια όπως το HBO (διάσημο παγκοσμίως για τις υψηλού επιπέδου παραγωγές του) και κορυφαία κινηματογραφικά στούντιο, όπως της Time Warner, για να βάλουν φρένο στον τηλεοπτικό οδοστρωτήρα, το Netflix. Το οποίο βέβαια, μετά από μία σειρά εκρηκτικών επιτυχιών σε δεκάδες σίριαλ («Τhe Crown», «La Casa de Papel» κ.ά.), παραμένει ακόμα κορυφαίο. Αν και για τη χώρα μας δεν ανακοινώνει μεγέθη, πηγές της εγχώριας τηλεπικοινωνιακής αγοράς κάνουν λόγο για 250.000 έως 500.000 συνδρομητές (οι πιο αισιόδοξοι). Η ανάπτυξη του Netflix βέβαια δεν περιορίζεται στην εγχώρια αγορά. Αυξάνει τη βάση του σε παγκόσμια κλίμακα.

Με βάση τα τελευταία στοιχεία που δημοσιεύτηκαν, το σύνολο των συνδρομητών του αγγίζει τα 183 εκατομμύρια, αφού μόνο μέσα στην πανδημία οι χρήστες αυξήθηκαν κατά 15,8 εκατομμύρια, έναντι πρόβλεψης 7 εκατομμυρίων. Από αυτούς οι περισσότεροι ήταν από την Ευρώπη (4,4 εκατομμύρια) και 2,3 εκατομμύρια από ΗΠΑ και Καναδά.

Εκτός από την Amazon, η οποία δραστηριοποιείται και στη χώρα μας και κρατά επίσης μυστική τη συνδρομητική της βάση, πρόσφατα η Apple TV+ έκανε δυναμικό entry, όπως και η νέα υπηρεσία της Disney, Disney Plus, με ηχηρά ονόματα από τον χώρο του θεάματος (Pixar, Marvel, Star Wars / 20th Century Fox).

Η επιτυχία του Netflix, ο διεθνής ανταγωνισμός που θεριεύει και η επέκταση του δικτύου οπτικών ινών ωθούν και τις ελληνικές εταιρείες να στραφούν στις υπηρεσίες streaming και on demand (κατά παραγγελία) περιεχομένου. Ηδη η προσέλκυση συνδρομητών εξελίσσεται σε μάχη, η οποία μάλιστα έχει διαφοροποιήσει και την προώθηση των τηλεπικοινωνιακών παρόχων της χώρας, οι οποίοι δεν στοχεύουν σε νέους πελάτες αλλά σε υφιστάμενους, τους οποίους δελεάζουν με πακέτα υπερπροσφορών για ολιστικές υπηρεσίες και συνδυαστικά συμβόλαια (κινητό – σταθερό – τηλεόραση).

Συνδρομητές και μερίδιο αγοράς

Από άποψη αριθμού συνδρομητών, πρώτη σε μερίδιο αγοράς εμφανίζεται η Cosmote, με την πλατφόρμα της να συγκεντρώνει το 52%. Ειδικότερα, η Cosmote TV μετρά σήμερα πάνω από 550.000 συνδρομητές, με σχεδόν τους μισούς (220.000) να συνδέονται στην υπηρεσία Cosmote TV GO. Φυσικά η αβάντα του premium content, έχοντας εξασφαλίσει τα δικαιώματα προβολής των αγώνων του Champions League και του αγγλικού πρωταθλήματος, την τοποθετούν στην κορυφή, με επένδυση 50 εκατ. ευρώ. Στη δεύτερη θέση έρχεται η Nova (Forthnet), η οποία έχει κερδίσει περίπου το 40% της αγοράς. Οι συνδρομητές της αριθμούν τους 459.100 (350.800 λιανικής και 108.300 χονδρικής σε Ελλάδα και Κύπρο), με το 38% αυτών να χρησιμοποιούν την υπηρεσία Nova Go και το 41% αυτών την υπηρεσία Nova On Demand, όπως προκύπτει από τις οικονομικές καταστάσεις της.

Ωστόσο, η μεγαλύτερη άνοδος το τελευταίο διάστημα έρχεται από την αγορά της Κύπρου και όχι από αυτήν της Ελλάδας. Στην τρίτη θέση ακολουθεί η Vodafone, με τη συνδρομητική της βάση να ανέρχεται σε 120.000 πελάτες, με ταχείς όμως ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με το 2015 και τους 30.000 συνδρομητές που είχε όταν ολοκληρώθηκε η εξαγορά της hellasonline.

Τέλος, περίπου 55.000 συνδρομητές (μέτρηση του 2019) συγκεντρώνει η Wind Vision, μια τηλεοπτική πλατφόρμα που ξεκίνησε την άνοιξη του 2018 έχοντας στη φαρέτρα της το μεγάλο όπλο του Netflix, αφού οι συνδρομητές μπορούν να εγγραφούν και να παρακολουθήσουν το περιεχόμενο του Netflix μέσω της Android πλατφόρμας της Wind Vision, καθώς και να εξοφλούν τους λογαριασμούς τους μέσω των δικών της συστημάτων.

Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι οι αλλαγές που συντελούνται στις συνήθειες θέασης είναι πολλές και σαρωτικές. Ως εκ τούτου, ο προβληματισμός που βασάνιζε μέχρι πρόσφατα τους ιθύνοντες -οι νέοι δεν βλέπουν τηλεόραση επειδή κάνουν προγράμματα για ηλικιωμένους ή επειδή δεν βλέπουν οι νέοι κάνουν προγράμματα για ηλικιωμένους- δεν έχει πια λόγο ύπαρξης. Τα ερωτήματα είναι: α) ποιος ο λόγος ύπαρξης της σημερινής τηλεόρασης δεδομένων των -καλύτερων- επιλογών, και β) ποιο το όραμα και ο στόχος των σημερινών καναλαρχών στην ψηφιακή εποχή όπου όλα γίνονται μέσω κινητού και Διαδικτύου.

Μέχρι να απαντηθούν, εκατομμύρια τηλεθεατές κάνουν ανελέητο streaming και ο παππούς με το φανελάκι ανοίγει το ραδιόφωνο γιατί πάλι δεν έχει τίποτα το ρημάδι το κουτί.

Πηγή
Πρώτο Θέμα

CNA Newsroom

Το CNA είναι μία προσωπική δικτυακή ιδέα του Βαγγέλη Βαρνακιώτη, η οποία υλοποιήθηκε το 2000, για όσα αφορούν στην πολιτική, στην κοινωνία και στον πολιτισμό, που αυτά συμβαίνουν στην Κρήτη, στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο. Το CNA από το 2000 κάνει μεγάλη προσπάθεια για να κρατηθεί στην επιφάνεια του ενδιαφέροντος, με συνέπεια, εγκυρότητα, σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, με συνεχείς αλλαγές, ανανεώσεις, διασφάλιση της «ασφαλούς» επίσκεψης, καθώς και προσθήκες νέων υπηρεσιών.-
Back to top button