ΕΛΛΑΔΑ

Στα 1,63 δισ. ευρώ οι ετήσιες εκπαιδευτικές δαπάνες των οικογενειών

Παρά τη λιτότητα, οι Ελληνες γονείς εξακολουθούν να σηκώνουν το βάρος των δαπανών για την εκπαίδευση των παιδιών τους, δηλαδή φροντιστήρια, ξένες γλώσσες κλπ. Σύμφωνα με έρευνα της ΓΣΕΕ, στο 1,63 δισ. ευρώ ανέρχεται το ετήσιο ποσό της δαπάνης για το γυμνάσιο και το λύκειο και στα 815 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο ποσό για το δημοτικό.

Δύο ήταν και συνεχίζουν να είναι οι πηγές χρηματοδότησης της εκπαίδευσης στη χώρα μας. Το κράτος σε ποσοστό 60% και τα νοικοκυριά σε ποσοστό 40%. Το 2014, οι πραγματοποιηθείσες συνολικές (δημόσιες και ιδιωτικές) δαπάνες για εκπαίδευση ανήλθαν στο ποσό των 9.387, 4 εκατομμύρια ευρώ (ποσό που αντιστοιχεί στο 5,3% του ΑΕΠ), εκ των οποίων το 59,8% (5.614, 8 εκατομμύρια ευρώ αφορούν στις δημόσιες δαπάνες για εκπαίδευση ενώ το 40,2% (3.772,6 εκατομμύρια ευρώ) αφορούν στις ιδιωτικές δαπάνες για εκπαίδευση.

Σύμφωνα με την έρευνα του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΚΑΝΕΠ) της ΓΣΕΕ που αποτυπώνει όλα τα βασικά μεγέθη της εκπαίδευσης στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια βαθμίδα, το 2014, προκύπτει ότι:

Η δημόσια δαπάνη για την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση είναι 1.528,9 ευρώ ανά μαθητή που αντιστοιχεί στο 64,3% της συνολικής δαπάνης (δημόσια και ιδιωτική) για πρωτοβάθμια (2.343,8 ευρώ ανά μαθητή) ενώ το 35,7% (814,9 εκατομ. ευρώ) αφορούν στις ιδιωτικές δαπάνες για πρωτοβάθμια εκπαίδευση αντίστοιχα.

Η δημόσια δαπάνη για δευτεροβάθμια εκπαίδευση το ίδιο έτος είναι οριακά υψηλότερη 1588,0 ευρώ ανά μαθητή που αντιστοιχεί στο 49,3% της συνολικής δαπάνης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (3.218,2 ανά μαθητή) ενώ το 50,7% (1.630,2 εκατομ. ευρώ) αφορούν στις ιδιωτικές δαπάνες για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αντίστοιχα.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η δημόσια δαπάνη ανά μαθητή για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2014 είναι οριακά υψηλότερη της αντίστοιχης για πρωτοβάθμια εκπαίδευση ενώ η ιδιωτική δαπάνη ανά μαθητή για δευτεροβάθμια εκπαίδευση την ίδια χρονιά, είναι διπλάσια της αντίστοιχης για πρωτοβάθμια εκπαίδευση.

Συνεχίζοντας την καινοτόμο για τα ελληνικά εκπαιδευτικά δεδομένα ερευνητική προσπάθεια που ξεκίνησε το 2004, το ΚΑΝΕΠ αποτυπώνει και αναλύει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τους δείκτες «εισροών» και «εκροών» της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της χώρας μας.

Τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα στο τμήμα που επικεντρώνεται στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, είναι τα εξής:

  1. Το σύστημα υποκρύπτει ασυνέπειες στη δομή και τους στόχους του. Σε όλες τις παραμέτρους που ανιχνεύτηκαν στην παρούσα μελέτη, τα υποσυστήματα και οι βαθμίδες αποκλίνουν σημαντικά και χωρίς συνέπεια που να ανταποκρίνεται στη θέση τους στο σύστημα.

Για παράδειγμα, η επάρκεια υποδομών διαφοροποιείται από βαθμίδα σε βαθμίδα και μπορεί να συγκλίνει σε μη επικοινωνούντα υποσυστήματα. Το Γυμνάσιο αποτελεί το δυνατό σημείο της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε όλους τους δείκτες, ενώ το Γενικό Λύκειο εμφανίζεται ως δυνατό σημείο μόνο ως προς το δείκτη επάρκειας αιθουσών, όπου κατέχει την υψηλότερη τιμή μεταξύ όλων των επιμέρους βαθμίδων της Πρωτοβάθμιας & Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Το Επαγγελματικό Λύκειο & ΕΠΑΣ αρμοδιότητας εμφανίζεται ως δυνατό σημείο μόνο ως προς το ποσοστό του διδακτικού προσωπικού με πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα, όπου κατέχει υψηλή τιμή μεταξύ των επιμέρους βαθμίδων της Πρωτοβάθμιας & Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ενώ σε όλους τους υπόλοιπους δείκτες κατέχει συνήθως την τελευταία θέση, ως το αδύνατο σημείο της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

  1. Το σύστημα δεν διαθέτει οικονομικούς πόρους για την ανάπτυξη της στρατηγικής του. Οι πόροι έχουν εξαντληθεί στην περίοδο μετά το 2010, ειδικά το Πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων του ΥΠΕΘ, πολλαπλές βασικές ανάγκες σε διδακτικό προσωπικό, καλύπτεται από συγχρηματοδοτούμενα, ενώ καταγράφεται υψηλή γήρανση του διδακτικού προσωπικού, αφού η αναλογία 1-10 δεν τηρήθηκε.
  2. Το σύστημα γεννά μικρότερα μέρη και ειδικές κατηγορίες σχολείων επειδή αδυνατεί να συμπεριλάβει στο σχεδιασμό του τη διαφορετικότητα, ακόμα και όταν του είναι αναγκαία. Έτσι δημιουργεί τμήματα και μονάδες ειδικής αγωγής, χωρίς σύγκλιση με τη μονάδα που τα φιλοξενεί, το σύστημα δεν διαθέτει εξειδικευμένη επιστημονική καθοδήγηση και αντίστοιχο εκπαιδευτικό υλικό για τις σχολικές μονάδες που διαθέτουν αυξημένο αριθμό αλλοδαπών μαθητών, και γενικότερα όταν αδυνατεί να συμπεριλάβει το διαφορετικό, δημιουργεί μια νέα ασύνδετη με το σύστημα σχολική μονάδα που επί χρόνια υποχρεώνεται να θέτει ως μόνο στόχο της την ισότιμη και κατ’ αντιστοιχία αναγνώριση της από το σύστημα.

Οι εσπερινές σχολικές μονάδες του Γυμνασίου και κυρίως οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των υποσυστημάτων της ανώτερης Δευτεροβάθμιαςεκπαίδευσης (Γενικό και Επαγγελματικό Λύκειο) θέτουν άμεσο ζήτημα επαναπροσδιορισμού του ρόλου τους.

  1. Το σύστημα ενώ ελέγχει το δημόσιο τομέα και εποπτεύει τον ιδιωτικό τομέα της εκπαίδευσης οι δύο τομείς εμφανίζονται να έχουν εντελώς διαφορετικές στρατηγικές επιλογές σε απολύτως βασικά θέματα, τα οποία επιπλέον διαφοροποιούνται ανάλογα και με τον τύπο της σχολικής μονάδας (ημερήσιο -εσπερινό).
  2. Πιο συγκεκριμένα, από τη σύγκριση των δεικτών εισροών και εκροών στους δύο τομείς είναι εμφανείς οι διαφορετικές προτεραιότητες επένδυσης κάθε τομέα εκπαίδευσης (στο διδακτικό προσωπικό ο δημόσιος τομέας και στις υποδομές ο ιδιωτικός.
  3. Η παραγωγή σταθερά μειωμένων παραγομένων «ικανοποιητικών» εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων στις εσπερινές σχολικές μονάδες του Γυμνασίου, έναντι των αντίστοιχων ημερησίων μονάδων της βαθμίδας υποβαθμίζει τον εκπαιδευτικό ρόλο των συγκεκριμένων μονάδων και επομένως, απαιτείται ανάληψη συγκεκριμένης πολιτικής πρωτοβουλίας για την βελτίωση της εικόνας τους.

Ετικέτες
Close