ΠΡΟΣΩΠΑ

Τζόζεφ Πούλιτζερ



Τελευταία ενημέρωση:

Με σύνθημα ζωής «δηµοσιογράφοι, βγάλτε τα όλα στο φως!», ο Πούλιτζερ εγκαινιάζει την παράδοση των αποκαλυπτικών ρεπορτάζ, θέλοντας τους ρεπόρτερ του ντυμένους με τα χρώματα του πολέμου ενάντια σε κάθε καθεστώς και εξουσία.

Ο δημοσιογράφος, εκδότης και μεγιστάνας τελικά του αμερικανικού Τύπου, ένας αυτοδημιούργητος μετανάστης ουγγροεβραϊκής καταγωγής, συνέδεσε το όνομά του με τις μεγαλύτερες στιγμές της μαχόμενης δημοσιογραφίας.

«Δεν υπάρχει έγκληµα, εξαπάτηση, κόλπο και βίτσιο», έλεγε ο οραματιστής εκδότης, «που να µην επιβιώνει µε τη µυστικοπάθεια και τη συγκάλυψη. Δηµοσιογράφοι, βγάλτε τα όλα στο φως! Περιγράψτε τα, επιτεθείτε, γελοιοποιήστε τα στον Τύπο και αργά ή γρήγορα η κοινή γνώµη θα τα εξαλείψει. Η δηµοσίευση ίσως να µην είναι το µόνο πράγµα που χρειάζεται να γίνει, αλλά χωρίς αυτή όλα τα άλλα µέσα θα αποτύχουν».

Με τις φράσεις αυτές κήρυξε τον ανένδοτο στα μεγάλα συμφέροντα, μια ιδιότυπη «σταυροφορία» που υπηρέτησε με πάθος και προσωπικό κόστος. Μακριά από «άγιος», ο Πούλιτζερ ήταν ένας φωτισμένος άνθρωπος που πίστεψε ακράδαντα ότι το μέλλον της νεαρής αμερικανικής δημοκρατίας ήταν απολύτως συνυφασμένο με την ελευθερία του Τύπου.

Σκαρώνοντας τις αρχές και τις τεχνικές σε αυτό που ο ίδιος αποκάλεσε «νέα δηµοσιογραφία», ο Πούλιτζερ έβαλε σκοπό να αλλάξει τον τρόπο ενημέρωσης, αν και οι περισσότεροι τον θυμούνται βέβαια από το περίφημο Βραβείο Πούλιτζερ που άφησε κληρονομιά -θεσπίστηκε μετά τον θάνατό του, σύμφωνα με τις επιθυμίες του- και απονέμεται αποκλειστικά σε αμερικανούς δηµοσιογράφους, συγγραφείς και φωτορεπόρτερ.

Και κάτι ακόμα: οι θρυλικές μάχες και ο λυσσαλέος πόλεμος με τον άλλο μεγιστάνα του αμερικανικού Τύπου, τον «λαϊκό» Γουίλιαµ Ράντολφ Χιρστ, θα οδηγούσε τελικά και τους δύο στην «κίτρινη» δημοσιογραφία, σε εφημερίδες δηλαδή µε τεράστια κυκλοφορία που προσέφεραν για πρώτη φορά στον αναγνώστη πολλές μορφές ειδησεογραφίας και ψυχαγωγίας, σε βάρος βέβαια της ποιότητας…

Ο κόσμος ήταν σαφώς πιο αμείλικτος από το ευγενές όραμα του Πούλιτζερ…

Πρώτα χρόνια

Ο Τζόζεφ Πούλιτζερ γεννιέται στις 10 Απριλίου 1847 σε κωμόπολη της Ουγγαρίας, ως γόνος μιας πλούσιας οικογένειας εμπόρων σιτηρών, που ήταν εβραϊκής καταγωγής, αν και η γερμανή μητέρα του ήταν καθολική. Λίγο μετά τη γέννησή του, η φαμίλια μετακομίζει στη Βουδαπέστη (είχε και έναν μικρότερο αδερφό), όπου ο μικρός Τζόζεφ εκπαιδεύεται στο σπίτι και μαθαίνει γαλλικά και γερμανικά.

Ο Πούλιτζερ υποφέρει από κακή υγεία και προβλήματα όρασης σε όλη του τη ζωή, η περιέργειά του όμως κατανικά κάθε φυσική δυσχέρεια. Όταν λοιπόν ο πατέρας πεθαίνει και η οικογένεια πτωχεύει, ο έφηβος Πούλιτζερ προσπαθεί να ενταχθεί σε διάφορους στρατούς της Ευρώπης (στον αυστριακό, στη Λεγεώνα των Ξένων, στον βρετανικό), δεν γίνεται όμως πουθενά δεκτός λόγω της εύθραυστης υγείας και της αδύναμης όρασής του.

Όντας στο Αμβούργο της Γερμανίας, συναντά στρατολόγο του αμερικανικού στρατού και αρπάζει αμέσως την ευκαιρία να μετακομίσει στον Νέο Κόσμο, καθώς ο αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος προσέφερε πια πολλές ευκαιρίες κατάταξης σε νέους από το εξωτερικό.

Όπως το θέλει ο θρύλος, ο Πούλιτζερ αποβιβάζεται στο λιμάνι της Βοστόνης πηδώντας από το εμπορικό πλοίο που τον είχε πάρει μαζί και κολυμπώντας ως τη στεριά, με την τσέπη του να μην έχει καν ένα ολόκληρο δολάριο. Σύμφωνα με το σχέδιο, στρατολογήθηκε στον στρατό των Βορείων -στο ιππικό-, πράγμα πολύ βολικό για τον ίδιο καθώς στο σώμα υπήρχαν πολλοί γερμανοί μετανάστες. Ο Πούλιτζερ μιλούσε άπταιστα γαλλικά και γερμανικά, δεν ήξερε όμως λέξη αγγλικά.

Έπειτα από έναν χρόνο που έληξε η σύμβασή του με τον στρατό, θα βρεθεί στο St. Louis, όπου και θα κάνει μπόλικες δουλειές του ποδαριού για να επιβιώσει: καροτσέρης, σερβιτόρος, αχθοφόρος κ.λπ., πριν το δαιμόνιο του χαρακτήρα του τον φέρει στην Εμπορική Βιβλιοθήκη της πόλης, όπου θα τελειοποιήσει τα αγγλικά του και θα σπουδάσει νομικά…

Χτίζοντας μια καριέρα

Η μεγάλη ευκαιρία της ζωής του θα παρουσιαζόταν με μοναδικό τρόπο στην αίθουσα σκακιού της βιβλιοθήκης. Καλός παίκτης και ο ίδιος, σχολιάζει μια κίνηση την ώρα που παρακολουθεί μια παρτίδα και πριν το καταλάβει εμπλέκεται σε συζήτηση με τους δύο παίκτες. Εντυπωσιασμένοι από τον πνευματώδη νεαρό, αποδεικνύεται ότι οι δύο κύριοι ήταν εκδότες της μεγαλύτερης καθημερινής εφημερίδας της πόλης, αποκλειστικά γραμμένης στα γερμανικά («Westliche Post»), και του προσφέρουν δουλειά!

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1872, ο δαιμόνιος δημοσιογράφος πλέον, που είχε ήδη χτίσει τη φήμη του ακούραστου οικονομικού συντάκτη, αναλαμβάνει διευθυντική θέση στη σχεδόν φαλιρισμένη εφημερίδα. Κι έτσι, σε ηλικία 25 μόλις ετών, είναι πια εκδότης!

Ακολουθούν μια σειρά από αχτύπητες επιχειρηματικές κινήσεις, από τις οποίες ο Πούλιτζερ αναδύεται το 1878 ως ιδιοκτήτης της εφημερίδας «St. Louis Post-Dispatch», όντας ταυτοχρόνως μια από τις πολλά υποσχόμενες προσωπικότητες στον χώρο της δημοσιογραφίας…

Προσωπικές αλλαγές

Νωρίτερα την ίδια χρονιά, ο Πούλιτζερ και η Kate Davis, μια κοσμική κοπέλα καλής οικογένειας της Ουάσιγκτον, παντρεύονται, ολοκληρώνοντας έτσι την κοινωνική αλλαγή του Πούλιτζερ: ό,τι ξεκίνησε ως εξαθλιωμένος ουγγροεβραίος μετανάστης στις φτωχογειτονιές του St. Louis, στόχος αντισημιτισμού και ρατσισμού, ήταν πλέον ένας καλοντυμένος αμερικανός πολίτης, δημοσιογράφος και ιδιοκτήτης εφημερίδας!

Σύντομα ο Πούλιτζερ θα έμπαινε στα υψηλά σαλόνια της καλής κοινωνίας, με δείπνα, χορούς και ιππασία στο πάρκο, μην ξεχνώντας όμως ποτέ τη σκληρή δουλειά που τον είχε φτάσει ως εδώ: δούλευε από τα χαράματα ως το βράδυ ανελλιπώς, συχνά και μετά τα μεσάνυχτα, και ενδιαφερόταν για κάθε μικρή και μεγάλη λεπτομέρεια της εκδοτικής περιπέτειας.

Θέλοντας να δείξει στο κοινό του ότι η εφημερίδα του ήταν για εκείνους, ρίχνεται στη μάχη της αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας, ξεσκεπάζοντας οικονομικά σκάνδαλα εταιριών, υποθέσεις κυβερνητικής διαφθοράς, περιστατικά φοροδιαφυγής και τζόγου, και δεν χαρίζεται σε κανέναν!

Χαρακτηριστική εδώ είναι η μαχόμενη κληρονομιά του και στα Βραβεία Πούλιτζερ, που θα θεσπίζονταν πολλά χρόνια αργότερα μεν, αλλά θα ακολουθούσαν την πεπατημένη του ιδρυτή τους, καθώς τα περισσότερα βραβεία έχουν απονεμηθεί σε δημοσιογράφους που έχουν αποκαλύψει υποθέσεις διαφθοράς!

Η λαϊκή προσέγγιση του Πούλιτζερ και η μαχόμενη πένα του εκδότη θα αποδεικνύονταν χρυσή συνταγή, εκτοξεύοντας την κυκλοφορία της εφημερίδας του…

Η υγεία επιδεινώνεται κι άλλο

Ο Πούλιτζερ ήταν όμως έτοιμος να πληρώσει το τίμημα της σκληρής και πολύωρης εργασίας του: η υγεία του έγινε ακόμα πιο εύθραυστη και η όρασή του επιδεινώθηκε. Κι έτσι το 1883 υποχρεώθηκε από τον γιατρό του να κάνει διακοπές, μια σύσταση που θα του έβγαινε σε καλό με περισσότερους του ενός τρόπους: στο κατάστρωμα λοιπόν του κρουαζιερόπλοιου της Νέας Υόρκης με κατεύθυνση την Ευρώπη, όπως ακριβώς είχε παραγγείλει ο γιατρός, γνωρίζει έναν κεφαλαιούχο, με τον οποίο διαπραγματεύεται την εξαγορά της νεοϋρκέζικης εφημερίδας «The New York World», η οποία αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες.

Κι έτσι, αντί να αποβιβαστεί στην Ευρώπη, επιστρέφει τάχιστα στην Αμερική, βάζοντας την υγεία του σε δεύτερο πλάνο. Ο Πούλιτζερ θα έλαμπε στο τιμόνι της νέας εκδοτικής του απόπειρας, φέρνοντας αυτό που αποκαλούν συχνά οι βιογράφοι του ως «επανάσταση του ενός ανθρώπου»: αλλάζει τόσο την εκδοτική πολιτική της εφημερίδας και το φορμά της, όσο και την ύλη, κάνοντάς τη να μοιάζει με την ήδη πετυχημένη συνταγή της «νέας δημοσιογραφίας» που είχε εφαρμόσει στην «Post-Dispatch».

Ο Πούλιτζερ επιδόθηκε σε μια «σταυροφορία» κατά της κυβερνητικής και ιδιωτικής διαφθοράς, κάνοντας τη μαχόμενη δημοσιογραφία την αιχμή του ενημερωτικού του δόρατος. Ταυτοχρόνως, υιοθετεί καινοτομίες που είναι σήμερα κοινός τόπος (και ο ίδιος καθιέρωσε φυσικά): «πικάντικα» θέματα, ένθετα και αφιερώματα, αθρόα χρήση φωτογραφιών και εικονογραφήσεων (για πρώτη μάλιστα φορά με τέτοια δυναμική στον γραπτό Τύπο) και τόσα και τόσα ακόμα δημοσιογραφικά και προωθητικά τρικ, όπως οι φιλανθρωπικοί και άλλοι σκοποί.

Στα μικρά της Ιστορίας, ο Πούλιτζερ είναι που συγκέντρωσε μαζικά μέσω της εφημερίδας του υπογραφές ώστε να κατασκευαστεί το πολυπόθητο βάθρο στο λιμάνι της Νέας Υόρκης και να μεταφερθεί τελικά το, καθηλωμένο εδώ και καιρό στη Γαλλία, Άγαλμα της Ελευθερίας, βρίσκοντας έτσι τη θέση που του άξιζε ως σύμβολο της Νέας Υόρκης αλλά και της Αμερικής…

Δυσκολίες

Η δημοσιογραφική φόρμουλα του Πούλιτζερ δούλεψε τόσο καλά που στην επόμενη δεκαετία η κυκλοφορία της «The World» και των αναρίθμητων εκδόσεων και ενθέτων της σκαρφάλωσε στα 600.000 φύλλα, φιγουράροντας πια ως η μεγαλύτερη εφημερίδα της χώρας!

Τότε είναι που ξεκίνησαν οι αήθεις προσωπικές επιθέσεις κατά του Πούλιτζερ από αντίπαλους εκδότες και μέσα, με τους μειωτικούς χαρακτηρισμούς για την εβραϊκή καταγωγή του να δίνουν και να παίρνουν στα εκδοτικά σαλόνια της Αμερικής αλλά και στο ίδιο το γραπτό υλικό.

Από την περιπέτεια αυτή είναι που θα χειροτερεύσει κι άλλο η υγεία του Πούλιτζερ, ο οποίος αναγκάστηκε το 1890, σε ηλικία 43 μόλις ετών, να αποσυρθεί από τη μαχόμενη θέση του εκδότη και αρχισυντάκτη, για να μην ξαναγυρίσει ποτέ σε αίθουσα σύνταξης. Σχεδόν τυφλός και εξαιρετικά ευαίσθητος στους θορύβους πια, η κατάθλιψη που περνούσε θα γινόταν χρόνια, συμβάλλοντας κι αυτή στην κακή κλινική του εικόνα.

Παρά το γεγονός ότι ψάχνει μανιωδώς θεραπεία για την πάθησή του σε παγκόσμιο επίπεδο στις επόμενες δύο δεκαετίες της ζωής του, δεν τη βρίσκει, κι έτσι ζει απομονωμένος από τον κόσμο στο γιοτ του, μέσα σε ηχομονωμένα «θησαυροφυλάκια», όπως τα αποκαλεί, αλλά και στον «Πύργο της Ησυχίας», το εξοχικό ησυχαστήριό του.

Ο Πούλιτζερ ταξιδεύει συνεχώς με το γιοτ του και μοιάζει ερημίτης, αν και μόνο έτσι δεν είναι τα πράγματα: καταφέρνει, έστω και από απόσταση, να διατηρεί στενό έλεγχο των εφημερίδων του! Για να διασφαλίσει μάλιστα το απόρρητο των συνομιλιών με τους εκδότες του, σκαρώνει κωδικά ονόματα και τα καταγράφει σε ένα εγχειρίδιο προς ναυτιλλομένους: το βιβλίο επικοινωνίας περιείχε περισσότερα από 20.000 μυστικά ονόματα και όρους…

Τα χρόνια του εκδοτικού πολέμου

Την τριετία κυρίως 1896-1898, ο Πούλιτζερ σήκωσε το γάντι της εκδοτικής πρόκλησης που του έριξε ο μεγάλος του αντίπαλος Γουίλιαμ Χιρστ, ο «κίτρινος» εκδότης της «Journal» που δεν είχε όρια και φραγμούς ούτε στις «αποκαλύψεις» του ούτε βέβαια και στην κατασκευή ειδήσεων από το πουθενά.

Ο Χιρστ έφερε σύντομα το παιχνίδι στα μέτρα του, αναγκάζοντας τον Πούλιτζερ να γίνει πιο «κίτρινος» στην κάλυψη των θεμάτων, καθώς έβλεπε ότι το μοντέλο δημοσιογραφίας του αντιπάλου του κέρδιζε συνεχώς έδαφος και φύλλα. Ο όρος «κίτρινη» δημοσιογραφία υιοθετήθηκε ακριβώς για να περιγράψει τη μάχη των δύο µεγιστάνων των ΜΜΕ της εποχής, οι οποίοι παρασύρθηκαν από την αντιζηλία και έπεσαν χαµηλά, ρίχνοντας λάσπη ο ένας για τον άλλο και το επίπεδο της δημοσιογραφίας τους φυσικά.

Ο Πούλιτζερ αρνήθηκε ωστόσο να φτάσει ως τα έσχατα όρια και διέκοψε τον πόλεμο του κιτρινισμού, επαναφέροντας την ποιότητα των ειδήσεων και την ψυχραιμία στη φωνή της «The World», ενώ λίγο αργότερα θα την κάνει επίσημο κήρυκα του Δημοκρατικού Κόμματος.

Στα μάτια των ιστορικών, η βραχύβια καταβύθιση του Πούλιτζερ στον δημοσιογραφικό κιτρινισμό
υπερκαλύφθηκε από τη σοβαρή δημοσιογραφία που προσπάθησε σε όλη του τη ζωή να υπηρετήσει, με την κοινωνική προσφορά του να είναι ανεκτίμητη: εγκαινίασε λογής σταυροφορίες κατά οργανωμένων συμφερόντων, υποθέσεων διαφθοράς και κυβερνητικής αυθαιρεσίας, ενώ την ίδια στιγμή είναι εν πολλοίς υπεύθυνος για μια σειρά κοινωνικών νόμων και μέτρων ανακούφισης των ασθενέστερων ομάδων, μέσω της συνεχούς πίεσης των εφημερίδων του…

Η περίοδος 1909-1911

Το 1909, η «The World» ξεσκέπασε τεράστιο σκάνδαλο ύποπτων πληρωμών που άγγιζαν τα 40 εκατ. δολάρια από την αμερικανική κυβέρνηση στη γαλλική εταιρία που διαχειριζόταν τη Διώρυγα του Παναμά. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ αντεπιτέθηκε στον εκδότη κατηγορώντας τον για δυσφήμιση του προέδρου Ρούσβελτ και του τραπεζίτη J.P. Morgan, μεταξύ άλλων, με τον εκδότη να αρνείται ωστόσο να κάνει πίσω και να πιέζει την εφημερίδα του για περισσότερες αποκαλύψεις.

Τα χρονικά αυτής της υπόθεσης, που θα άξιζαν ένα ξεχωριστό αφιέρωμα, αποκαλύπτουν σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια το σθένος του χαρακτήρα του αλλά και της δημοσιογραφικής δουλειάς του. Και βέβαια τον Μάιο του 1911 ο Πούλιτζερ απαθανατίζει σε άρθρο του το όραμά του για μια νέα πανεπιστημιακή σχολή αδέσμευτης δημοσιογραφίας…

Από το 1912 ως σήμερα

Το 1912, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Πούλιτζερ πάνω στο γιοτ του, ιδρύθηκε η περίφημη σήμερα σχολή δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Κολούμπια (Columbia School of Journalism), ενώ το 1917 απονεμήθηκαν τα πρώτα Βραβεία Πούλιτζερ, όπως ακριβώς τα είχε εμπνευστεί ο εκλιπών εισηγητής τους.

Τώρα, έναν αιώνα σχεδόν μετά τον θεσμό των Πούλιτζερ, η επιτροπή του προβεβλημένου θεσμού αποτελείται κυρίως από εκδότες μεγάλων αμερικανικών εφημερίδων, όπως ακριβώς το παρήγγειλε ο άνθρωπος που έφερε την επανάσταση στον -αµερικανικό- Τύπο, µε τη λεγόµενη «νέα δηµοσιογραφία» του, οι βάσεις της οποίας λειτουργούν ακόµη και σήµερα.

Εφηµερίδες µε μεγάλη κυκλοφορία δηλαδή που βασίζονται στα διαφηµιστικά έσοδα για την επιβίωσή τους και προσφέρουν στον αναγνώστη πολλά περισσότερα από τις ειδήσεις της προηγούµενης ηµέρας. Η επιτυχημένη φόρμουλα του Πούλιτζερ τον έκανε έναν πολύ πλούσιο άνθρωπο: η περιουσία του την εποχή του θανάτου του υπολογιζόταν στα 30 εκατ. δολάρια…

Και βέβαια στον ίδιο ανήκει ένα από τα πλέον διάσημα και διαχρονικά αποφθέγματα της δημοσιογραφίας: όταν τον ρώτησε κάποιος σε µια σύσκεψη γιατί µιλάει πάντα µε τόσο καλά λόγια για τους ρεπόρτερ και με τόση αυστηρότητα για τους διευθυντές του, εκείνος αποκρίθηκε: «Υποθέτω επειδή κάθε ρεπόρτερ είναι µια ελπίδα, ενώ κάθε διευθυντής µια απογοήτευση»…

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button
Close
Close