GMG Constructions | adv


Οικονομία

Κλείνει το «παράθυρο» ποινικής ασυλίας για τα εγκλήματα φοροδιαφυγής


Magali-Elounda

Δεν θα επέρχεται παραγραφή ποινικών αδικημάτων μέχρι να ολοκληρώνονται οι δίκες στα διοικητικά δικαστήρια. Αποφεύγεται το ενδεχόμενο απαλλαγής λόγω καθυστερήσεων στους φορολογικούς ελέγχους.

Τον κίνδυνο να αποφύγουν φοροφυγάδες τις ποινικές διώξεις για εγκλήματα φοροδιαφυγής επειδή, λόγω φόρτου εργασίας, καθυστερούν οι έλεγχοι από τις φορολογικές αρχές αποτρέπει διάταξη που πέρασε το υπουργείο Οικονομικών στο πολυνομοσχέδιο – σκούπα του υπουργείου Υγείας για τη ρύθμιση θεμάτων της πανδημίας.

mechanical adv 2021

zuper adv 2021

Ειδικότερα, με το άρθρο 163 του δημοσιευμένου νόμου 4764/2020 κλείνει ένα «παράθυρο» για την ποινική ασυλία φοροφυγάδων, που είχε ανοίξει με προηγούμενη νομοθετική ρύθμιση και διασφαλίζεται ότι οι υποθέσεις φοροδιαφυγής θα κρίνονται πρώτα από τον «φυσικό» δικαστή, δηλαδή τα διοικητικά δικαστήρια, πριν φθάσουν στον ποινικό δικαστή, αλλά χωρίς να υπάρχει κίνδυνος, λόγω καθυστέρησης των ελέγχων, να επέλθει παραγραφή των αδικημάτων.

Σημειώνεται ότι μέσα στον Δεκέμβριο απεστάλησαν από την ΑΑΔΕ στις κατά τόπους αρμόδιες ΔΟΥ χιλιάδες φάκελοι εκκρεμών ελέγχων για υποθέσεις φοροδιαφυγής, οι οποίοι θα πρέπει να ελεγχθούν ως το τέλος του μήνα για να αποφευχθεί η παραγραφή των αδικημάτων και εκτιμάται ότι αυτό είναι πρακτικά αδύνατο, ιδιαίτερα στις σημερινές, έκτακτες συνθήκες λειτουργίας των εφοριών με περιορισμένο προσωπικό, λόγω των μέτρων για την πανδημία.

Όπως εξηγείται στην αιτιολογική έκθεση του άρθρου 163, με θέμα «Παραπομπή εγκλημάτων φοροδιαφυγής σε ποινική δίκη – Τροποποίηση άρθρου 55Α του ν. 4174/2013»,

  • Με τη διάταξη του άρθρου 163 αντιμετωπίζεται το ζήτημα της παραγραφής των εγκλημάτων φοροδιαφυγής. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι η παραγραφή των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής αρχίζει από το πέρας του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου η φορολογική Διοίκηση μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, να εκδώσει πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εκτός κι αν έχει ήδη εκδοθεί τέτοια πράξη, οπότε η παραγραφή των ως άνω εγκλημάτων αρχίζει από την έκδοση της πράξης αυτής. Η προτεινόμενη ρύθμιση εφαρμόζεται στα εγκλήματα που τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
  • Με τα άρθρα 32 και 96 του ν. 4745/2020 εισήχθησαν δικονομικές ρυθμίσεις προκειμένου να εφαρμοστεί αποτελεσματικά η αρχή ne bis in idem και η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις υποθέσεις φοροδιαφυγής που άγονται ενώπιον των διοικητικών και ποινικών δικαστηρίων.
  • Οι ως άνω ρυθμίσεις, των οποίων η ισχύς καταλαμβάνει όσα αδικήματα φοροδιαφυγής τελούνται από την ψήφιση του ν. 4745/2020 και εντεύθεν, προβλέπουν ότι εφόσον εκδοθεί εκτελεστή πράξη της φορολογικής αρχής σχετική με την παράβαση της φοροδιαφυγής, η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας και η παραγραφή το αντίστοιχου ποινικού αδικήματος αναστέλλονται μέχρι την οριστικοποίηση της διοικητικής πράξης λόγω μη άσκησης προσφυγής ή μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης των διοικητικών δικαστηρίων επί της προσφυγής.
  • Με τις ρυθμίσεις αυτές διασφαλίζεται:

α) ότι πριν να επιληφθεί ο ποινικός δικαστής θα έχει προηγηθεί η κρίση του διοικητικού δικαστή που είναι κατά το Σύνταγμα ο «φυσικός» δικαστής για τις φορολογικές διαφορές και

β) ότι δεν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος δεδομένου ότι το χρονικό διάστημα της παραγραφής αναστέλλεται για όσο καιρό εκκρεμεί η υπόθεση ενώπιον της διοικήσεως ή των διοικητικών δικαστηρίων

  • Εντούτοις, η φορολογική αρχή που είναι καθ’ ύλην αρμόδια για τη διαπίστωση της φοροδιαφυγής ελέγχει, λόγω του μεγάλου φόρτου εργασίας, τις σχετικές υποθέσεις με καθυστέρηση και, συνήθως, στα χρονικά όρια που θέτει το άρθρο 36 του ν. 4174/2013, με αποτέλεσμα να υπάρχει ο κίνδυνος η έκδοση της σχετικής διοικητικής πράξης, που θα αναστείλει την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας και την παραγραφή του ποινικού αδικήματος της φοροδιαφυγής, να εκδοθεί στα όρια της πενταετούς παραγραφής που θέτει ο ποινικός κώδικας για τα πλημμελήματα (για τα κακουργήματα δεν τίθεται ζήτημα καθώς ο χρόνος παραγραφής τους ξεπερνά κατά πολύ το απώτατο χρονικό διάστημα εντός του οποίου η φορολογική αρχή δικαιούται να εκδώσει την σχετική εκτελεστή διοικητική πράξη).
  • Προκειμένου λοιπόν να μην αναγκαστεί η φορολογική αρχή να επισπεύσει την διαδικασία ελέγχου των σχετικών υποθέσεων, ανατρέποντας έτσι τον εν γένει προγραμματισμό της αλλά και, παράλληλα, να μην είναι τα σχετικά ποινικά αδικήματα, κατ’ ουσίαν, απαράγραπτα, όπως συνέβαινε με τις προϊσχύουσες ρυθμίσεις ψηφίστηκε η διάταξη του άρθρου 163.

Τι προβλέπει η νέα διάταξη 

«Άρθρο 55Α

Παραπομπή εγκλημάτων φοροδιαφυγής σε ποινική δίκη

1. Εάν με βάση την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή την πράξη επιβολής προστίμου συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής, όπως ορίζεται στο άρθρο 66, υποβάλλεται μηνυτήρια αναφορά από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 68 του Κώδικα. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.

2. Η παραγραφή των εγκλημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από το πέρας του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου η Φορολογική Διοίκηση μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 36, να προβεί σε έκδοση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, εκτός κι αν έχει ήδη εκδοθεί τέτοια πράξη, οπότε η παραγραφή των ως άνω εγκλημάτων αρχίζει από την έκδοση της πράξης αυτής».

3. Το άρθρο 55Α του ν. 4174/2013, όπως αντικαθίσταται με την παρ. 1 του παρόντος, εφαρμόζεται στα εγκλήματα που τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.










Σχετικά άρθρα

Back to top button