ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος: Αποκαλύπτεται η κρυφή αλήθεια για τον Διεθνή Αερολιμένα

Εν μέσω ομοβροντίας δημοσιευμάτων περί δήθεν καθυστερήσεων και αρνήσεων από κυβερνητικά στελέχη και άλλους παράγοντες, επιχειρείται η 20ετής επέκταση της σύμβασης παραχώρησης του αεροδρομίου Ελευθέριος Βενιζέλος μέχρι το 2046 χωρίς καμία νέα επένδυση από τους ιδιώτες μετόχους της Διεθνής Αερολιμήν Αθηνών (ΔΑΑ) και με το Δημόσιο να βάζει έμμεσα περισσότερα από τα μισά λεφτά.

Σε μια τουλάχιστοn ενδιαφέρουσα συμφωνία διεθνώς, το δημόσιο παραχωρεί ένα δικαίωμα, αλλά κατά κάποιο τρόπο επιβαρύνεται περισσότερο από τους ιδιώτες που διαχειρίζονται το αεροδρόμιο Σπάτων.

Αμέσως μετά, καλείται να πουλήσει περισσότερο από το μισό της συμμετοχής του.

Σύμφωνα με το σχέδιο που προωθείται και ήδη συναντά αντιδράσεις εντός του κυβερνητικού στρατοπέδου, για την 20ετή επέκταση της σύμβασης παραχώρησης που έχει υπογράψει η ΔΑΑ δεν θα μπει ούτε ένα ευρώ στην Ελλάδα από τους Καναδούς της PSP (που ελέγχουν το 40% και έχουν τη διαχείριση), ούτε και από τον όμιλο Κοπελούζου που ελέγχει το 5%.

Αντίθετα θα αξιοποιηθούν τα αποθεματικά της ΔΑΑ τα οποία, κατά σύμπτωση, προσεγγίζουν τα 300 εκατ. ευρώ, δηλαδή το ποσό που κυκλοφορεί πως θα απαιτηθεί για την επέκταση της σύμβασης παραχώρησης.

Ορισμένοι θα υποστηρίξουν πως δικαίως το δημόσιο επιβαρύνεται, αφού είναι ο μέτοχος του 55% της ΔΑΑ, έστω και αν η διαχείριση του αεροδρομίου ανήκει σε ιδιώτες. Όμως, με το σχέδιο που προωθείται, αφού πρώτα θα επιβαρυνθεί (έστω μέσω μείωσης των αποθεματικών που του αναλογούν) για την επέκταση της σύμβασης παραχώρησης, το δημόσιο θα περιορίσει τη συμμετοχή του.

Το Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ), που ελέγχει το 30% από το 55% που κατέχει συνολικά το δημόσιο, έχει ανακοινώσει πως θα πωλήσει το ποσοστό του, είτε μέσω εισαγωγής των μετοχών της ΔΑΑ σε χρηματιστήριο, είτε μέσω άλλης διαδικασίας.

Οι πληροφορίες από την ΔΑΑ αναφέρουν πως για να τελεσφορήσει το σχέδιο των Καναδών και του εγχώριου συνεταίρου τους απαιτείται η συναίνεση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) η οποία μέχρι στιγμής δεν έχει εξασφαλιστεί.

Η πλευρά της ΕΤΕπ δεν βλέπει με καλό μάτι την αξιοποίηση των αποθεματικών που αποτελούν το μαξιλάρι ασφαλείας για το δάνειο που έχει λάβει η ΔΑΑ και έχει υπόλοιπο περί τα 400 εκατ. ευρώ υποστηρίζουν στελέχη που παρακολουθούν την υπόθεση.

Σημειώστε πως ένα από τα μέλη του Δ.Σ. της ΔΑΑ διορίζεται από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

Η άμεση παράταση της σύμβασης παραχώρησης θεωρείται από όσους πιέζουν με κάθε μέσο την κυβέρνηση ως υποχρεωτική για να προχωρήσουν οι επενδύσεις στο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Έτσι, αναφέρεται, θα είναι ασφαλείς οι επενδυτές για να προχωρήσουν π.χ. στην επένδυση για τον νέο (τρίτο) τερματικό σταθμό.

Στην πραγματικότητα, όμως, η ΔΑΑ (και οι ιδιώτες μέτοχοί της) είναι αναγκασμένη με βάση τη σύμβαση παραχώρησης να προχωρήσει στην επένδυση για τον τρίτο τερματικό σταθμό όταν η κίνηση ξεπεράσει τα 19.000.000 επιβάτες (περίπου). Πέρυσι το Ελευθέριος Βενιζέλος υποδέχθηκε 18.073.940 ταξιδιώτες και κατέγραψε τον δεύτερο υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης του Τop 30 αλλά και στην κατηγορία αεροδρομίων μεσαίου μεγέθους.

Θεωρείται σίγουρο πως μέσα στην προσεχή διετία θα ξεπεράσει τον αριθμό επιβατών που με βάση τη σύμβαση παραχώρησης οδηγεί στην κατασκευή του νέου τέρμιναλ. Ανεξάρτητα από το αν παραταθεί η σύμβαση παραχώρησης ή όχι…

Όσοι αντιδρούν στην εσπευσμένη επέκταση της σύμβασης παραχώρησης και πώλησης του 30% της ΔΑΑ (παρά το γεγονός πως αποτελεί Μνημονιακή δέσμευση αφού η κυβέρνηση πιάστηκε αδιάβαστη καθώς δεν είχε προετοιμαστεί σχετικά από το ΤΑΙΠΕΔ) προσθέτουν και άλλο ένα σημείο.

Εκτός από τη ζημιά που θα υποστεί το δημόσιο με την επέκταση μιας σύμβασης που θεωρείται προνομιακή για τους ιδιώτες μετόχους, θα υπάρξει και ζημιά από την πώληση του 30% σε μια περίοδο που τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία είναι πλήρως απαξιωμένα.

Πρόσωπα που ασχολούνται με την ιδιωτικοποιήση υποστηρίζουν πως με βάση τη σημερινή κερδοφορία της, η ΔΑΑ μπορεί να αποτιμηθεί κοντά στο ένα δισ. ευρώ και συνεπώς το 30% που ελέγχει το ΤΑΙΠΕΔ αποτιμάται στα 300 – 350 εκατ. ευρώ.

Όμως, με τις σημερινές συνθήκες στην ελληνική οικονομία αποκλείεται να προσεγγίσει αυτό το ποσό, επισημαίνουν. Οι ίδιοι θεωρούν πως το δημόσιο αφού θα έχει πληρώσει για την επέκταση της σύμβασης, μετά θα πωλήσει και το 30% με αποτέλεσμα να μην επωφεληθεί από την αύξηση της επιβατικής κίνησης εξαιτίας της καλής πορείας του τουρισμού.

Οι ίδιοι επισημαίνουν πως ακόμα και οι δανειστές πιθανώς θα αντιδράσουν όταν αντιληφθούν πως ένα τόσο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο του δημοσίου (μόνο από τα μερίσματα εισπράττει ετησίως περί τα 50 – 55 εκατ. ευρώ χωρίς να υπολογίζονται τα οφέλη από τη μελλοντική ανάπτυξη του τουρισμού) οδεύει προς πώληση μέσα σε κλίμα απαξίωσης για την ελληνική αγορά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Close