Οικονομία και Κοινωνία

Αντιμετώπιση του δάκου στην ελιά (του Μάνου Κοκκινέλη)

Κάθε χρόνο πραγματοποιούνται δολωματικοί ψεκασμοί από συνεργεία σε συνδυασμό με τους ιδιωτικούς. Η απόφαση για τον χρόνο επέμβασης βασίζεται στις παγίδες που λανθασμένα τοποθετούνται σε ελαιώνες που συνορεύουν με αγροτικούς ή επαρχιακούς δρόμους και σε δέντρα που βρίσκονται στην άκρη του χωραφιού. Αυτό σημαίνει ότι η ένδειξη του πληθυσμού του δάκου δεν είναι αξιόπιστη. Στην παρακάτω εικόνα απεικονίζεται ελαιόδεντρο όπου τον Ιούνιο του 2017 είχε τοποθετηθεί παγίδα καταγραφής του πληθυσμού.

 

Παγιδοθέτης σε ελαιόδεντρο

Επιπλέον, έχει συμβεί οι εργολάβοι που αναλαμβάνουν τον ψεκασμό να βάζουν σε πρώτη προτεραιότητα αγροτεμάχια του περιβάλλοντός τους ή φθάνουν στο σημείο να αδειάζουν το διάλυμα με το εντομοκτόνο κάνοντας απλά βόλτα για να φαίνονται τα ίχνη από τα ελαστικά των ελκυστήρων.

Άλλη άποψη σχετίζεται με την τοποθέτηση δακοφάκας η οποία ελκύει το έντομο σε ένα συγκεκριμένο σημείο του. Προκύπτει λοιπόν το εύλογο ερώτημα για το μέγεθος του πληθυσμού που ελκύει η φάκα και για τον αριθμό των εντόμων που καταπολεμώνται. Τα υπόλοιπα που έχουν φθάσει στο δέντρο, θα κάνουν ζημιά στο υπόλοιπο μέρους του ή θα πετάξουν σε γειτονικά δέντρα ώστε να προσβάλουν τους καρπούς. Άρα, η απλή λογική δείχνει ότι κινούμαστε με λανθασμένο τρόπο.



Πρώτα όμως ο κάθε παραγωγός πρέπει να αποφασίσει προς τα που θέλει να πάει. Δηλαδή, τον ενδιαφέρει μόνον να μην έχει δάκο, ή προσπαθεί να παράξει ένα υψηλής ποιότητας προϊόν με υπέροχο άρωμα και χαρακτηριστικά που το κάνουν να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα; Τον Νοέμβριο του 2017 καθώς βρισκόμουν σε ένα ελαιοτριβείο, ο υπεύθυνος του εργοστασίου άνοιξε το πορτάκι του μαλακτήρα. Τότε αναδύθηκε δυσάρεστη οσμή από την ελαιοζύμη. Την ίδια στιγμή μου επεσήμανε ότι η ζύμη δεν ήταν καλή διότι χρησιμοποιήθηκε μεγάλη ποσότητα εντομοκτόνου. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι οι παραγωγοί συνδέουν την καταπολέμηση των ζωϊκών εχθρών της ελιάς με τη χρήση ακατάλληλων σκευασμάτων για την υγεία μας. Ότι έχει ο καθένας το ρίχνει, ενώ αρκετοί ελαιοκαλλιεργητές θεωρούν ότι όσο μεγαλύτερη ποσότητα ρίξουν, τόσο καλύτερο αποτέλεσμα θα έχουν.

Σε αυτό βέβαια δεν ευθύνεται μόνον ο παραγωγός. Θεωρώ λοιπόν ότι είναι προτιμότερο να παράγεις ελαιόλαδο με οξύτητα, παρά ελαιόλαδο με υπολείμματα εντομοκτόνου. Εντέχνως έχει δοθεί έμφαση στην οξύτητα, διότι σχεδόν κανένας δεν κάνει ανάλυση υπολειμματικότητας εντομοκτόνων λόγω του κόστους των €150. Αντιθέτως, εστιάζουμε σε 4 βασικά χαρακτηριστικά (κόστος €40) διότι αυτό μας έχουν μάθει τόσα χρόνια και γιατί είναι ένα κριτήριο με το οποίο οι έμποροι μπορούν να παίξουν και να υποτιμήσουν την αξία του ελαιολάδου. Προτείνω λοιπόν σε οποιονδήποτε παραγωγό να επιλέξει για το φαγητό του ανάμεσα σε 2 ποιότητες ελαιολάδου. Το ένα θα έχει παραχθεί δίχως τη χρήση βλαβερών σκευασμάτων με οξύτητα 0,7 και το άλλο θα έχει οξύτητα 0,3 όμως θα έχει γίνει επέμβαση ολικής κάλυψης των δέντρων με βιολογικό εντομοκτόνο. Ποιο ελαιόλαδο θα προτιμήσει; Άρα, το ζητούμενο είναι αυτό που ειπώθηκε παραπάνω και σχετίζεται με τον καθορισμό του στόχου που θα προσδιόρισει την ποιότητα που αναζητούμε για το τραπέζι και την υγεία μας.

Έτσι λοιπόν μετά από δοκιμές με σκευάσματα, βιολογικά και μη, καολίνη και ζεόλιθο κατέληξα στα παρακάτω συμπεράσματα. Ο καολίνης μπορεί να μειώνει την εξάτμιση της υγρασίας και να δημιουργεί ένα λεπτό φιλμ αγκαλιάζοντας τον καρπό, δεν είναι όμως υδρόφιλος. Δεν επιτρέπει στο δέντρο την αναπνοή. Εάν δε, χρησιμοποιήσεις προσκολλητικό, ο καολίνης διατηρείται ακόμη και μετά από βροχή. Φράζει όμως τα στομάτια των φύλλων, αφού τα καλύπτει με μία λεπτή στρώση με αποτέλεσμα τη συρρίκνωσή τους. Έχω ψεκάσει και φυτά τοματιάς με καολίνη και παρατήρησα ότι μετά από ένα διάστημα 4 ημερών ξεράθηκαν. Οι παραγωγοί δυστυχώς βλέπουν πόσο έντονη είναι στο μάτι η λευκή στρώση και θεωρούν ότι απωθεί τη μύγα της ελιάς. Οι υπόλοιποι έχουν συνδέσει την καταπολέμση των ζωϊκών εχθρών με εντομοκτόνα.

Σε ότι αφορά στον ζεόλιθο, πέρα από το ότι είναι φθηνότερος από τον καολίνη, στην αγορά πλέον κυκλοφορούν πιστοποιημένοι διαφορετικής προέλευσης αλλά και Ελληνικός από την εταιρεία Όλυμπος Α.Ε. Παρακάτω παραθέτονται 2 εικόνες πιστοποιημένου ζεόλιθου και μη.

Πιστοποιημένος ζεόλιθος

Κριτήρια επιλογής αποτελεί το κόστος ανά σακί ή τόνο, το κόστος μεταφοράς και το μέγεθος της κοκκομετρίας (π.χ. 0 – 0,063 χιλιοστά για ψεκασμό σε τσουβάλι των 25 κιλών). Ο πιστοποιημένος αναφέρει το μέγεθος της κοκκομετρίας, την περιεκτικότητα σε κλινοπτιλόλιθο, το βάρος στο κάτω μέρος της συσκευασίας, την προέλευση και την επωνυμία της εταιρείας. Όπως θα παρατηρήσετε από την εικόνα, τα στοιχεία είναι ενσωματωμένα στη συσκευασία και όχι ραμμένα ή κολλημένα με κάποιο αυτοκόλλητο. Ο μη πιστοποιημένος έχει απλά την ένδειξη ότι είναι ζεόλιθος και αναγράφει το μέγεθος της κοκκομετρίας. Συνήθως αυτή η συσκευασία έχει προέλευση την Τουρκία.

Μη πιστοποιημένος ζεόλιθος

Ως γνωστόν, ο ζεόλιθος αλλά και ο καολίνης δεν διαλύονται στο νερό. Απαιτείται διαρκής ανάδευση ώστε το πέτρωμα να μην καθιζάνει. Για τον ψεκασμό, όσο πιο λεπτόκοκκος είναι ο ζεόλιθος, τόσο πιο ελαφρύς είναι και τόσο πιο εύκολα θ’ αναδεύεται. Η συνεχής ανάδευση μπορεί να επιτευχθεί με την είσοδο της 2ης παροχής της αντλίας ψεκασμού εντός του δοχείου έχοντας εφαρμόσει ένα αυλό μικρού μήκους. Στα 100 λίτρα νερού χρησιμοποιούμε από 1200 έως 1500 γραμμάρια ζεόλιθου. Με τα 100 λίτρα διαλύματος ψεκάζουμε 20 μεγάλα κλαδεμένα δέντρα. Εάν είναι μεσαίου μεγέθους, τότε με τα 100 λίτρα διαλύματος καλύπτουμε 32 κλαδεμένα δέντρα.  Παράλληλα απαιτείται μετά από κάθε ράντισμα καθαρισμός της αντλίας, διότι το πέτρωμα την φθείρει και μετά από σύντομο διάστημα αρχίζει διαρροή από τα έμβολα. Λύση σε αυτό μπορεί να δοθεί αγοράζοντας κεραμική αντλία ψεκασμού για ασβέστη ή γαλαζόπετρα αξίας 130 ευρώ. Δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι μετά από κάθε επέμβαση είναι σημαντικό να πραγματοποιείται γέμισμα του δοχείου με καθαρό νερό και με την αντλία σε λειτουργία ώστε την ίδια στιγμή να καθαρίζεται.

Επειδή ο ζεόλιθος επιτρέπει τη διαπνοή και εγκλωβίζει την υγρασία, βοηθά το δέντρο να αντιμετωπίσει το ηλιακό στρες τους καλοκαιρινούς μήνες. Έχει παρατηρηθεί ότι ο καρπός σε ξηρικούς ελαιώνες μετά από ψεκασμούς με ζεόλιθο ήταν καλοσχηματισμένος και ελαφρά μεγαλύτερος από καρπούς σε δέντρα που δεν είχε γίνει χρήση του συγκεκριμένου σκευάσματος.

Καλοσχηματισμένος καρπός από εφαρμογή ζεόλιθου

Έχει επίσης διαπιστωθεί ότι βοηθά προοληπτικά στην απώθηση του δάκου υπό προϋποθέσεις. Εάν ο ελαιώνας είναι ξηρικός και γειτονικά υπάρχουν ελαιόδεντρα που και αυτά δεν ποτίζονται, τότε η χρήση του ζεόλιθου είναι αποτελεσματική. Σε αυτό βοηθάει το κλάδεμα και η αφαίρεση της περιττής βλάστησης που θα επιτρέψει στο ηλιακό φως να δημιουργήσει συνθήκες όχι ευνοϊκές για τον δάκο. Εάν το ελαιοτεμάχιο βρίσκεται σε ύψωμα όπου φυσάει τους καλοκαιρινούς μήνες δροσερός αέρας, τότε ότι και να κάνει ο παραγωγός, ο καρπός θα προσβληθεί από τον δάκο.

Ελαιώνας σε πλαγιά

Ακόμη, εάν ο παραγωγός ποτίζει τα δέντρα του, τότε ο δάκος βρίσκει ένα κίνητρο να χτυπήσει τον καρπό αφού τον ελκύει η υγρασία. Το ίδιο συμβαίνει όταν ο γείτονας ποτίζει οποιαδήποτε είδους δέντρα ή κήπο.

Τέλος, ο ζεόλιθος δεν βλάπτει τον άνθρωπο, σε αντίθεση με τον καολίνη. Πάντα χρειάζονται μέτρα προστασίας, όμως με τον ζεόλιθο μία απλή μάσκα που κοστίζει 1,5 ευρώ μπορείς να ψεκάσεις άφοβα. Ο καολίνης απαιτεί μάσκα με ποιοτικό φίλτρο και καλή εφαρμογή περιμετρικά του στόματος και της μύτης.

Τα παραπάνω επιχειρήματα προέρχονται από προσωπική εμπειρία κατόπιν εφαρμογών σε ελαιώνες που βρίσκονται στην ίδια γεωγραφική περιοχή με διαφορετικά μικροκλίματα όπου αλλού φυσάει περισσότερο, αλλού λιγότερο, αλλού έχει περισσότερη υγρασία, αλλού λιγότερη και αλλού οι ελιές ποτίζονται και αλλού όχι. Ο κοινός παρονομαστής είναι ότι όλα τα ελαιόδεντρα ψεκάζονται μόνο με ζεόλιθο.

Έτσι λοιπόν η φράση «καταπολέμηση των ζωϊκών εχθρών της ελιάς» πρέπει να διατυπωθεί με διαφορετικό τρόπο. «Στόχος είναι η διατήρηση της υγείας του δέντρου, η αντοχή του στην έντονη ξηρασία και τις απότομες μεταβολές των καιρικών συνθηκών, τον περιορισμό του φαινομένου της παρενιαυτοφορίας και την προστασία του με φυσικό τρόπο ενεργοποιώντας τα οπλά της φύσης». Είναι προτιμότερο ο ελαιώνας να έχει κάθε χρόνο μία σταθερή μέση απόδοση παραγωγής καρπού, από το να παρουσιάζει αυξομειώσεις από χρονιά σε χρονιά. Έτσι αποφεύγεται η υπερβολική παραγωγή κάθε δεύτερο χρόνο καθώς επιμερίζεται σε 2 έτη. Παράλληλα, το δέντρο δεν κουράζεται για να διατηρήσει την υπερβολική παραγωγή μειώνοντας την πιθανότητα προσβολής από τον δάκο, αφού η καρποφορία είναι μειωμένη αλλά μοιρασμένη σε 2 έτη. Σε διαφορετική περίπτωση τα δέντρα θα έχουν υπερβολική καρποφορία τη μια χρονιά και σχεδόν μηδενική παραγωγή την άλλη.

Ένα άλλο «όπλο» που καταστρέφεται από τους ελαιοκαλλιεργητές είναι η φυσική επιδερμίδα του εδάφους που οργώνεται κάθε χρόνο με γεωργικούς ελκυστήρες από τα τέλη Μαρτίου έως και τον Μάιο. Με αυτόν τον τρόπο καταστρέφονται οι πάνω ρίζες του δέντρου με αποτέλεσμα να χρειάζεται μεγαλύτερη ποσότητα λιπάσματος και υγρασίας για να δημιουργήσει καρπούς. Και το πιο ανόητο είναι ότι δαπανώνται χρήματα σε προσωπικό και σε καύσιμα για να καταστρέφονται οι ελαιώνες. Έτσι χρειάζονται περισσότεροι πόροι σε λίπασμα και νερό για να παραχθεί η ίδια ποσότητα ελαιολάδου. Το χόρτο προστατεύει το έδαφος δημιουργώντας ένα λεπτό στρώμα που κρατάει την υγρασία. Άλλοι βέβαια ψεκάζουν το έδαφος με εντομοκτόνα με αποτέλεσμα τα υπολείμματα να απορροφώνται από το ριζικό σύστημα και να μεταφέρονται στους καρπούς και κατ’ επέκταση στο πιάτο μας. Έτσι λοιπόν αυξάνεται το δημόσιο και το ιδιωτικό κόστος καλλιέργειας, μολύνεται το τελικό προϊόν, προωθείται στην αγορά και επιβαρύνεται η δημόσια υγεία απαξιώνοντας το ελαιόλαδο.

Χλοοκοπή και όχι σκάψιμο είναι αυτό που χρειάζεται ο ελαιώνας. Εάν αφήσουμε τη φύση να λειτουργήσει δίχως δραστικές παρεμβάσεις θα παρατηρήσουμε ότι τα χόρτα θα δημιουργήσουν και θα προσελκύσουν ωφέλιμα έντομα που δεν βλάπτουν την ελιά.

Ελαιώνας με χόρτα

Με αυτόν τον τρόπο ο δάκος βρίσκεται αντιμέτωπος και με άλλα έντομα αφού υπάρχει συνωστιμός και δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά του με ησυχία. Όταν όμως σε έναν ελαιώνα βρίσκει «έρημο» και η μοναδική βλάστηση είναι το ελαιόδεντρο, τότε είναι φυσιολογικό να κατευθύνεται προς τα εκεί δίχως δεύτερη σκέψη. Εάν όμως υπάρχει ο φυσικός αντιπερισπασμός από το έδαφος, ο πληθυσμός που θα βλάψει τα δέντρα θα είναι σαφώς μικρότερος έως μηδαμινός. Έχει παρατηρηθεί από παραγωγούς και το εξής. Οργώνουν τα χωράφια τους αφήνοντας τα δέντρα με ξερά κλαδιά στο εσωτερικό της κόμης και δίχως να καθαρίσουν τα ξεφυσίδια από τον κορμό. Έτσι αφαιρούν πόρους από το δέντρο, που κύριο μέλημά του είναι η θρέψη των βλαστών βάζοντας στο περιθώριο την παραγωγή καρπού.

Ελιά με ξεφυσίδια σε οργωμένο χωράφι

Κλείνοντας, είναι σημαντικό ν’ αναφερθεί ότι ο κάθε παραγωγός έχει δικαίωμα να επιλέξει το σκεύασμα που τον εξυπηρετεί. Ο στόχος του άρθρου ήταν να προταθούν λύσεις πέρα από τα τετριμμένα με σεβασμό προς το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία και την παραγωγή ελαιολάδου με άρωμα, γεύση, χρώμα και αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Πρέπει να σταματήσουμε το παιχνίδι με τα εντομοκτόνα, διότι πίσω από αυτά τα σκευάσματα βρίσκονται τα ίδια συμφέροντα που παράγουν φάρμακα για την καταπολέμηση χρόνιων παθήσεων. Μέσω της διατροφής είναι δύσκολο να εντοπίσεις την αιτία που προκάλεσε την αρρώστια. Να έχουμε στο μυαλό μας ότι αυτό που συνήθως κάνουν οι πολλοί δεν είναι πάντοτε το σωστό.

Σχετικά άρθρα

Back to top button
Close
Close