Το πιο τρυφερό όπλο | του Κώστα Θεολόγου

Στον στρατό, στο κέντρο νεοσυλλέκτων, τα βράδια των ασκήσεων με τις πορείες και τις βολές έπινα τσάι με τον Διοικητή, που μου έλεγε επειδή ήμουνα πολύ κοντά στα τριάντα, «Κάτσε, ρε Θεολόγου, να πούμε καμιά κουβέντα!». Έτσι, δεν έπιασα όπλα, ούτε έριξα βολές, παρόλο που μου έλεγαν οι νεαρότεροι από μένα ανθυπολοχαγοί «Έλα, βρε Κώστα, και ρίξε με ό,τι όπλο θες».
Δεν πήγαινα, ούτε ντυνόμουν …πολεμιστής σαν φιγούρα από τη μπαλάντα της Αρλέτας «Άρβυλα, μπαλάσκες, χλαίνη, γυλιός και στην άλλη άκρη ο κακός εχθρός»· και δεν νομίζω ότι το έκανα εξαιτίας κάποιου αντιστρατιωτικού ή αντιπολεμικού αισθήματος. Στα δεκαπέντε- δεκαέξι μου ο πατέρας μου μού είχε αγοράσει ένα αεροβόλο, τσεχοσλοβάκικο. Το έχω ακόμη, νομίζω. Ήμουν εξαιρετικός σκοπευτής.
Για κάποιο λόγο, που δεν θέλω να αναφέρω εδώ, σταμάτησα να κάνω σκοποβολή και να κατεβάζω σωρηδόν τα πουλιά από καλώδια και κλαδιά. Τώρα δεν σκοπεύω στόχους ούτε στο λούνα-παρκ, έστω για να κερδίσω κανένα… λούτρινο. Στον στρατό, λοιπόν, δεν ήθελα να ρίξω με κανένα όπλο. Δεν ξέρω αν ήταν αντίρρηση ιδεολογική, αισθητική ή κάτι άλλο, όχι τόσο αρρενωπό, όμως εφόσον είχα την επιλογή να μη ρίξω δεν έριξα. Γραφέας στρατολογικού ήμουνα, γιατί να πιάνω τα όπλα; Όπως, άλλωστε, μου είχε πει σε ανύποπτο χρόνο ο διοικητής μου στο 558 ΜΤΠ «Τι να σε κάνω εσένα, ρε Θεολόγου, αν μπούνε οι Τούρκοι στη Θράκη; Μπορείς να πιάσεις τουφέκι;» Σωστά τα έλεγε. Τι να με κάνει εμένα; Του αρκούσε ίσως που κρατούσα σε τάξη όλο το 1ο Γραφείο.
Εγώ το πιο όμορφο και το πιο τρυφερό όπλο που κράτησα ως φαντάρος ήταν ο γιος μου. Αβάφτιστος και λίγων μόλις εβδομάδων, ίσως τον Ιούλιο του 1990, μού τον έφερε η μαμά του έξω από τον φράχτη στο στρατόπεδο Παράσχου στην Κομοτηνή. Τον κράτησα απαλά και του φόρεσα το πηλήκιο με το εθνόσημο. Μύριζε σαν πασχαλιά τη Λαμπρή. Ήθελα να τον ζουλήξω με το δάχτυλο σαν ολόφρεσκη σαντιγί και να τον φάω. Γλάρωνε από νύστα όποτε τον έπαιρνα αγκαλιά.
Τον κρατούσα σαν εύθραυστο φυλαχτό, σαν ανοιξιάτικο λουλούδι κρυμμένο στον κόρφο μου να μην τσαλακωθούν τα πέταλά του. Μετά χωρίσαμε. Υπήρχαν λόγοι, ασφαλώς. Και έμενε μακριά. Μου έλειψε όλα αυτά τα χρόνια, είναι κοτζάμ άντρας τώρα, του χρόνου θα είναι στην ηλικία που μετακόμισα στην Αθήνα οριστικά, επειδή αυτός βρισκόταν εκεί. Του είπα κάποτε και του το ξαναλέω με πολλή λύπη: «Με συγχωρείς που δεν σε κράτησα για πάντα στον κόρφο μου σαν ανοιξιάτικο λουλούδι και σαν σάρκινο μοσχομύριστο φυλαχτό. Αλλά τουλάχιστον εγώ, πασά μου, ουδέποτε σε χρησιμοποίησα σαν όπλο».
Κώστας Θεολόγου









