ΕΚΟΥΣΙΑ ΠΛΑΝΗ

Να μην έχεις ύφος όταν εξομολογείσαι | του Κώστα Θεολόγου

Οι δημόσιες ομολογίες λειτουργούν ως τελετουργίες εξαγνισμού, ενισχύουν μια κουλτούρα δημόσιας αυτοενοχοποίησης και υπό αυτό το πρίσμα η «ομολογία» δεν υπηρετεί την αλήθεια, αλλά τη συμμόρφωση και το εξηγώ παρακάτω. Η ομολογία μπορεί να είναι θεμιτή ή αποδεκτή, όταν γίνεται ελεύθερα και έχει παιδαγωγικό ή θεραπευτικό σκοπό· έτσι, δεν εκλαμβάνεται ως αυτοδιαπόμπευση, αλλά ως προσωπική αφήγηση ευθύνης.

Είναι θεμιτό να ομολογούμε παραβατικές πράξεις της νιότης μας, όταν υπάρχει λόγος ευθύνης ή βλάβης έναντι άλλων. Η ομολογία είναι αναγκαία για τη θεσμική αξιοπιστία μας, αν ασκούμε εξουσία, κρίση ή έχουμε παιδαγωγικό ρόλο. Ένα κρίσιμο ζήτημα είναι αν το κάνω επειδή το θεωρώ σωστό ή επειδή το απαιτεί το κοινό μου, δηλαδή για λόγους πολιτικής επικοινωνίας ή πολιτικού μάρκετινγκ. Η ομολογία παραβατικών πράξεων στη νιότη είναι θεμιτή, όταν υπαγορεύεται από φρόνηση, δεν επιβάλλεται πειθαρχικά και δεν μετατρέπεται σε μόνιμο ψηφιακό στίγμα· αυτή η ομολογία όμως δεν είναι θεμιτή, όταν απλώς ικανοποιεί την ηθική περιέργεια της εποχής των social media.

Ο Αριστοτέλης θα μας έλεγε ότι η αρετή δεν κρίνεται από το παρελθόν ως αφήγηση, αλλά από το πώς πράττουμε τώρα, με βάση τη φρόνηση (πρακτική σοφία). Η φρόνηση δεν επιτάσσει δημόσια αποκάλυψη, αλλά την ορθή διάκριση του πρέποντος στο τρέχον πλαίσιο. Άρα το ζήτημα δεν είναι «τι έκανες τότε» αλλά «τι άνθρωπος είσαι τώρα». Η νεότητα, μάλιστα, είναι κατεξοχήν περίοδος ἀκρασίας, όχι ηθικού στίγματος. Η υπέρβαση της παραβατικότητας φαίνεται στην έξη, όχι στην αφήγηση. Ο Μισέλ Φουκό, από την άλλη, μας λέει ότι η εξομολόγηση είναι «τεχνολογία εξουσίας» και ότι από τη χριστιανική μετάνοια μέχρι την ψυχανάλυση και τη γραφειοκρατία, η εξουσία λειτουργεί όχι απλώς τιμωρώντας, αλλά ομολογώντας την αλήθεια για τον εαυτό μας· δεν αρκεί να συμμορφώνεσαι, αλλά και να αυτοενοχοποιείσαι. Έτσι, όμως, η εξομολόγηση παράγει «υποκείμενα με παρελθόν» και επιτρέπει τη συνεχή επιτήρηση.

Στα χαρακτηριστικά της σύγχρονης δημόσιας σφαίρας και των social media, η ομολογία καθίσταται μόνιμο ψηφιακό αποτύπωμα και η εξομολόγηση γίνεται δημόσια επιτέλεση, δηλαδή …performance. Δεν αρκεί το ότι άλλαξες, αλλά πρέπει να το δηλώσεις και να το αποδείξεις, εφόσον το παρελθόν λειτουργεί ως διαρκές τεκμήριο ηθικής κατάστασης. Σε αντίθεση με τη θρησκευτική εξομολόγηση, στα social δεν υπάρχει άφεση, παρά μόνο επαναλαμβανόμενη λογοδοσία. Έτσι, η ομολογία παύει να είναι ηθική πράξη και γίνεται όρος συμμετοχής στον δημόσιο λόγο. Δεν χρειάζεται να είσαι «αλήτης στο βιογραφικό» για να μιλήσεις για παραβατικότητα. Όμως υπάρχει κάτι που ο κόσμος μυρίζεται: όταν κάποιος που υπήρξε φλώρος προσπαθεί εκ των υστέρων να ντυθεί με μαγκιά, η εξομολόγηση δεν ακούγεται ως ευθύνη, αλλά ως φαντασιακή αυτο-αναβάθμιση. Έτσι, δεν μιλάμε για ηθική ωρίμανση, αυτογνωσία, αλλά για αναδρομική αρρενωπότητα.

Η ουσιαστική διάκριση μεταξύ «ομολογώ» και «πουλάω μούρη» είναι όταν ομολογείς: «Έκανα κάτι λάθος, καταλαβαίνω γιατί, και δεν το εξιδανικεύω». Η μαγκιά του καναπέ λέει: «Κοίτα τι αλάνι που ήμουν!» Όταν ο τόνος είναι αυτάρεσκος, υπαινικτικά καυχητικός, τότε η αφήγηση ακυρώνεται ηθικά, ακόμα κι αν τα γεγονότα είναι αληθινά. Η σοβαρή ομολογία δεν σου αναβαθμίζει το γόητρο· συχνά σε κάνει λιγότερο εντυπωσιακό. Δεν είναι θέμα παρελθόντος, λοιπόν, αλλά ύφους. Η φρόνηση φαίνεται στο μέτρο, στη σεμνότητα, στην απουσία θεατρικότητας. Ο φρόνιμος άνθρωπος δεν αισθάνεται την ανάγκη να αποδείξει ότι «δεν ήταν φλώρος». Ο Αριστοτέλης θα μας έλεγε ότι το πρόβλημα δεν είναι τι έκανες, αλλά πώς το λες και γιατί το λες. Αν δεν έχεις σκοτεινό παρελθόν, φαίνεσαι άσπιλος, μπέμπης, ακατέργαστος. Αν η ομολογία σε κάνει να φαίνεσαι πιο ενδιαφέρων, πιο σκληρός ή πιο «ψαγμένος», ακυρώνεται. Ο καλοβαλμένος τύπος, ο bon chic bon genre, νιώθει ότι πρέπει να επινοήσει τραύμα ή παραβατικότητα· ντύνεται αναδρομικά «λίγο αλήτης», η ηθική γίνεται casting χαρακτήρα και σε τούτη την περίσταση η εξομολόγηση γίνεται καρικατούρα.

Ο Κώστας Θεολόγου είναι Καθηγητής ΕΜΠ και Διευθυντής του Τομέα Ανθρωπιστικών, Κοινωνικών Επιστημών και Δικαίου στη Σχολή ΕΜΦΕ

Κώστας Θεολόγου

Ο Κώστας Θεολόγου είναι Καθηγητής Ιστορίας και Φιλοσοφίας του Πολιτισμού και Διευθυντής του Τομέα Ανθρωπιστικών, Κοινωνικών Επιστημών και Δικαίου (AKEΔ) στη Σχολή ΕΜΦΕ του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο του 1960 και αποφοίτησε από το Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Σπούδασε Νομικά και Πολιτική Επιστήμη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης (Paris-I, Pantheon Sorbonne) στην Κοινωνική Ιστορία και Κοινωνική Θεωρία με τον Jean-Marie Vincent, εισηγητή της Σχολής της Φρανκφούρτης στη Γαλλία. Το διδακτορικό δίπλωμά του από τον Τομέα Ανθρωπιστικών, Κοινωνικών Επιστημών και Δικαίου της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του ΕΜΠ (2006) εστιάζει στις συλλογικές ταυτότητες και στην Κοινωνιολογία του Πολιτισμού σε πολυεθνικά αστικά περιβάλλοντα. Διδάσκει σε προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών στο ΕΜΠ και σε άλλα πανεπιστήμια. Είναι Συντονιστής της Θεματικής Ενότητας ΕΠΟ41 (Κοινωνική Θεωρία και Νεωτερικότητα) της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ). Έχει διδάξει στην τριτοβάθμια ιδιωτική και στη δευτεροβάθμια δημόσια εκπαίδευση και έχει δημοσιεύσει μονογραφίες, μεταφράσεις, συγγράμματα και έχει επιμεληθεί σημειώσεις μαθημάτων για διδακτικές ανάγκες. Έχουν δημοσιευθεί ή βρίσκονται υπό έκδοση εργασίες του (άρθρα ή κεφάλαια) σε ξενόγλωσσα και ελληνικά περιοδικά ή συλλογικούς τόμους. Κριτικά σχόλιά του για νέες εκδόσεις έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Εντευκτήριο, Διαβάζω, Το Δέντρο, Οδός Πανός κ.α. Κείμενά του βρίσκονται επίσης στα περιοδικά Αντί, Μουσική, Άρδην, Νέμεσις και στις εφημερίδες Μακεδονία, Η Εφημερίδα των Συντακτών, Η Αυγή, Τα Νέα κ.α. Δύο πρόσφατα βιβλία του είναι το «Φιλοσοφία και Τεχνολογία» (Δεκέμβριος 2023) και «Κριτικές Συναντήσεις: Άνθρωποι Βιβλία Τέχνες» (Μάρτιος 2024).

Σχετικά άρθρα

Back to top button