Όλοι συμφωνούμε ότι η Κρήτη χρειάζεται έναν σύγχρονο, ασφαλή και ευρωπαϊκών προδιαγραφών αυτοκινητόδρομο, ο οποίος δυστυχώς δεν μπορεί να γίνει εναερίως ώστε να μην ταλαιπωρούμαστε. Είναι ένα πάγιο αίτημα δεκαετιών που δεν χωράει αμφισβήτηση. Όταν όμως οι εργασίες κατασκευής μετατρέπονται σε έναν καθημερινό «Γολγοθά» για τους μόνιμους κατοίκους και τους επισκέπτες, οι διαμαρτυρίες για τα συχνά κλεισίματα του δρόμου είναι εύλογες και αναμενόμενες. Η καθημερινότητα δοκιμάζεται και η ανησυχία για τον τουρισμό μας είναι υπαρκτή.
Ωστόσο, σε κάθε νόμισμα υπάρχουν δύο όψεις. Και στην περίπτωση του τμήματος Νεάπολη – Άγιος Νικόλαος, η αλήθεια επιβάλλει να δούμε τη μεγάλη εικόνα.
Παρά τα προβλήματα στην κυκλοφορία, ο ανάδοχος του έργου εργάζεται με ρυθμούς που σπάνια συναντάμε, διότι σε αυτό το έργο ο εργολάβος δουλεύει εξαιρετικά γρήγορα, μεθοδικά και με σύγχρονο επαγγελματισμό. Το κυριότερο; Υπάρχει ανθρώπινο πρόσωπο. Οι εργαζόμενοι του εργοταξίου δείχνουν καθημερινά τεράστια διάθεση εξυπηρέτησης. Σε όποιο αίτημα ή παράπονο προκύπτει από την τοπική κοινωνία –από το άμεσο κλείσιμο μιας επικίνδυνης λακκούβας μέχρι οποιαδήποτε άλλη μικροζημιά– ανταποκρίνονται ακαριαία, προσπαθώντας να μειώσουν στο ελάχιστο την αναπόφευκτη όχληση.
Αυτά τα έργα, λοιπόν, οφείλουμε να τα εκτιμούμε ιδιαίτερα. Γιατί σήμερα, με τα σύγχρονα μηχανήματα και τα μέτρα ασφαλείας, η ταλαιπωρία μας περιορίζεται στο αν θα καθυστερήσουμε μερικά λεπτά στο τιμόνι. Παλαιότερα, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Οι άνθρωποι που δούλευαν για να ανοίξουν τους δρόμους της Κρήτης, δεν ήξεραν αν το βράδυ θα γυρίσουν ζωντανοί στα σπίτια τους.
Μια συγκλονιστική ιστορία από το παρελθόν, που μου είχε μεταφέρει ο παππούς μου, ο Εμμανουήλ Χαλκιαδάκης, ο οποίος διατηρούσε το ιστορικό ζαχαροπλαστείο της περιοχής, αποτυπώνει ανάγλυφα εκείνη την εποχή. Τότε που δούλευαν στα έργα για την διάνοιξη της Σήραγγας Βραχασίου, ο παππούς είχε γνωρίσει έναν εργάτη που είχε έρθει να δουλέψει στα έργα από την Καρδίτσα. Κάθε φορά που τελείωνε η βάρδιά του, ο ξένος αυτός άνθρωπος πήγαινε στο ζαχαροπλαστείο, άφηνε τα χρήματα της ημέρας και ζητούσε μια συγκεκριμένη χάρη από τον παππού μου: αν τυχόν την επόμενη μέρα δεν επέστρεφε από το εργοτάξιο, αν δηλαδή τον έβρισκε το κακό στο μεροκάματο, να έστελνε εκείνος τα λεφτά στην οικογένειά του στην Καρδίτσα.
Αυτή η απλή, αλλά βαθιά ανθρώπινη ιστορία, αξίζει να μείνει χαραγμένη στο μυαλό όλων μας σήμερα. Όταν νιώθουμε να χάνουμε την ψυχραιμία μας στην κίνηση ή στις καθυστερήσεις, ας φέρνουμε στο μυαλό μας αυτόν τον εργάτη.
Οι δρόμοι αυτοί βάφτηκαν κάποτε με ιδρώτα και φόβο για τη ζωή. Σήμερα, το μόνο που μας ζητείται είναι λίγη ΥΠΟΜΟΝΗ. Και η ΥΠΟΜΟΝΗ, ειδικά όταν ξέρεις ότι οδηγεί σε ένα ασφαλές μέλλον για τα παιδιά μας, είναι ευλογία. Ας τη δείξουμε.

