Για χρόνια, η «γενιά των 700 ευρώ» αντιμετωπίστηκε ως ένα κοινωνικό ανέκδοτο. Νέοι που «δεν προσπαθούν αρκετά», που «δεν έχουν φιλοδοξίες», που «βολεύονται με τα λίγα».
Ένα βολικό αφήγημα που μεταθέτει την ευθύνη από το σύστημα στο άτομο. Μόνο που η πραγματικότητα είναι πολύ λιγότερο απλή, και πολύ πιο άδικη.
Οι νέοι εργαζόμενοι σήμερα δεν είναι τεμπέληδες. Είναι, ίσως, η πιο καταρτισμένη γενιά που πέρασε ποτέ από την αγορά εργασίας. Πτυχία, μεταπτυχιακά, ξένες γλώσσες, ψηφιακές δεξιότητες, διαρκής επιμόρφωση. Κι όμως, η ανταμοιβή παραμένει καθηλωμένη σε μισθούς που δεν επαρκούν ούτε για τα βασικά. Όχι για όνειρα, όχι για αποταμίευση, συχνά ούτε για αξιοπρεπή διαβίωση.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη προσπάθειας, αλλά το πλαίσιο. Μια αγορά εργασίας που «κανονικοποίησε» τη μερική απασχόληση, τα «μπλοκάκια», τις απλήρωτες υπερωρίες και την επισφάλεια. Μια οικονομία που ζητά ευελιξία μόνο από τους εργαζόμενους, αλλά προσφέρει ελάχιστη ασφάλεια σε αντάλλαγμα. Τα 700 ευρώ δεν είναι επιλογή, είναι το ταβάνι.
Ταυτόχρονα, το κόστος ζωής αυξάνεται με ρυθμούς που δεν συμβαδίζουν με τους μισθούς. Ενοίκια που θυμίζουν ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, βασικά αγαθά σε διαρκή ανατίμηση, μετακίνηση και ενέργεια που απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος. Η ανεξαρτησία μετατρέπεται σε πολυτέλεια και η επιστροφή στο πατρικό σπίτι παύει να είναι «μεταβατική λύση» και γίνεται μόνιμη κατάσταση.
Αυτός ο οικονομικός εγκλωβισμός έχει και κοινωνικές συνέπειες. Καθυστερημένες οικογένειες, αναβαλλόμενα σχέδια ζωής, ψυχική εξάντληση. Όταν δουλεύεις πλήρως αλλά ζεις σαν να βρίσκεσαι σε διαρκή αναμονή, η απογοήτευση δεν είναι ατομική αποτυχία· είναι συλλογικό σύμπτωμα. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί νέοι δεν ονειρεύονται καριέρα, αλλά απλώς «σταθερότητα».
Κι όμως, η συζήτηση συχνά παραμένει επικριτική. «Σφίξτε τα δόντια», «έτσι ξεκινήσαμε όλοι», «με τον καιρό θα ανέβετε». Μόνο που οι προηγούμενες γενιές ξεκίνησαν από χαμηλότερα, αλλά ανέβαιναν. Η σημερινή γενιά ξεκινά ψηλότερα σε προσόντα, αλλά μένει στάσιμη σε απολαβές. Η κοινωνική κινητικότητα, το θεμέλιο κάθε υγιούς δημοκρατίας, μοιάζει μπλοκαρισμένη.
Η γενιά των 700 ευρώ δεν ζητά θαύματα. Ζητά να μπορεί να ζήσει από τη δουλειά της. Να κάνει σχέδια χωρίς να φοβάται τον επόμενο λογαριασμό. Να πιστέψει ότι η προσπάθεια έχει αντίκρισμα. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, το πρόβλημα δεν είναι η νοοτροπία των νέων, αλλά το κοινωνικό συμβόλαιο που έχει σπάσει.
Αν συνεχίσουμε να κατηγορούμε τους εγκλωβισμένους αντί να κοιτάξουμε το κλουβί, θα χάσουμε όχι μόνο μια γενιά, αλλά και το μέλλον που θα μπορούσε να χτίσει. Γιατί καμία κοινωνία δεν προχωρά όταν οι νέοι της δουλεύουν σκληρά για να μένουν στο ίδιο σημείο.

